ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑ ΠΤΩΤΕΙΟΜΑΝΟΥΣ 6 “Προσπάθεια αναγνώρισης της “θεολογίας” του Ζηζιούλια μεσω της ασκητικής: Σωφρονιασμός.”

Agios_Vasileios-620x399

 

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Αγαπητέ πριν μελετήσουμε την εκκλησιολογία θα ηθελα να συζητήσουμε ένα θέμα που με ενδιαφέρει.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Ποιό κατά την γνώμη σου θέμα θα μπορούσε να μας απασχολήσει;

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Διάβασα ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο ενός θεολόγου του κυρίου Μιχαήλ Μπερκουτάκη. Το κείμενο είναι δημοσιευμένο από το 2007, αλλά πιστεύω είναι πολύ επίκαιρο. Είναι μια απάντηση σε ένα παλιό άρθρο που δημοσιεύθηκε από τον Ορθόδοξο Τύπο το 2002 και είχε τίτλο “Το Αυγουστινιακό υπόβαθρο της θεολογίας των παρισίων

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Δεν διάβασα ποτέ μια σοβαρή κριτική στο συγκεκριμένο άθρο που δημοσιεύθηκε το 2002 στον Ορθόδοξο Τύπο. Με εκπλήσσει αυτή η απάντηση. Αλλά συμφωνώ μαζί σου ότι θα πρέπει να τη συζητήσουμε γιατί τα θεολογικά άρθρα είναι πάντοτε επίκαιρα. Άλλωστε εμείς οι δύο δεν φοβόμαστε τον διάλογο.

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Είναι γραμμένο με ερωτήσεις και απαντήσεις και προσπαθεί να δώσει τις πρέπουσες ορθόδοξες τοποθετήσεις επί των θεμάτων που μας απασχόλησαν ως τώρα.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Πρέπουσες κατά την γνώμη σου αλλά ας δούμε αν αντέχουν σε σχέση με την θεολογία των Αγίων Πατέρων

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ας πάμε στην πρώτη ερώτηση και απάντηση:

“ΕΡΩΤΗΣΗ 1η: Άκουσα κάποιους, να λένε, ότι ο άγιος Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας επαναδιατύπωσε την Ορθόδοξη Θεολογία, και ότι είναι ο σημαντικότερος ορθόδοξος θεολόγος μετά από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αποψη;

 Όχι, βέβαια. Η άποψη αυτή είναι εξωφρενικά παράλογη, και, μάλλον, αποτελεί ένδειξη μεγάλης σύγχυσης. Ο άγιος Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας είναι ένας απλός πανεπιστημιακός καθηγητής (με πανορθόδοξο, βέβαια, κύρος και αναγνώριση), που μελετά συστηματικά και επιστημονικά την Ορθόδοξη Θεολογία. Δεν είναι, όμως, τίποτα παραπάνω από αυτό. Σαν τον άγιο Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα υπήρξαν, υπάρχουν, και θα υπάρξουν στο μέλλον, χιλιάδες ακαδημαϊκοί θεολόγοι. Κάποιοι, μάλιστα, από αυτούς, συγκρινόμενοι μαζί του, είναι, ως μελετητές και επιστήμονες, ανώτεροί του. Έχω, τέλος, την αίσθηση, ότι σε ορισμένα σημεία οι θεολογικές θέσεις του κ. Ι. Ζηζιούλα δεν εκφράζουν με απόλυτη ακρίβεια τη διδασκαλία της Εκκλησίας, γιαυτό και χρειάζεται προσοχή στην αποτίμησή τους.

Κοντολογίς, το να εξισώνεται ένας απλός πανεπιστημιακός καθηγητής με τον κορυφαίο, κατά τη γνώμη μας, Πατέρα και Διδάσκαλο της Εκκλησίας, είναι τόσο παράλογο, όσο το να εξισώνεται ένας υπεραιωνόβιος γέρος με τον καλύτερο εν ενεργεία ακροβάτη του κόσμου, με μόνο το επιχείρημα, ότι μπορεί, να περπατήσει

Εγώ βέβαια δεν συμφωνώ με τον κύριο Μπερκουτάκη. Για μένα ο Άγιος Περγάμου είναι αν όχι ανώτερος στο ίδιο επίπεδο με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Άλλωστε η θεολογία του Παλαμά πέρασε βέβαια από δύο Πανορθόδοξες συνόδους αλλά και η θεολογία του Αγίου Περγάμου αναγνωρίσθηκε εμμέσως από μία Πανορθόδοξο Σύνοδο, που είναι Αγία και Μεγάλη και βέβαια αφού είναι Αγία και Μεγάλη θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το κύρος της. Δεν μπορούμε να ονομάζουμε την σύνοδο στο Κολυμπάρι Αγία και Μεγάλη από την μιά μεριά και από την άλλη μεριά να την αμφισβητούμε. Ή είναι Αγία και Μεγάλη, επομένως αλάθητη ή δεν είναι και μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι δεν δεχόμαστε τις αποφάσεις της γιατί δεν εκφράζουν την ορθόδοξον θεολογία. Δεν καταλαβαίνω ορισμένους Μητροπολίτας της Εκκλησίας της Ελλάδος σήμερα που από την μιά μεριά την ονομάζουν Αγία και Μεγάλη, και από την άλλη μεριά να της κάνουν κριτική. Ο κύριος Μπερκουτάκης βέβαια έγραψε το άρθρο του πριν την Αγία και Μεγάλη σύνοδο του Κολυμπαρίου και δικαιολογείται. Αλλά δεν δικαιολογούνται συγκεκριμένοι Μητροπολίτες που συμμετείχαν στην σύνοδο, να την αποκαλούν Αγία και Μεγάλη και μετά να της κάνουν κριτική!!!

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Είναι βέβαια παράλογο για μένα να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Μητροπολίτης Περγάμου είναι ο πιο μεγάλος θεολόγος που εμφανίσθηκε στον ορθόδοξο κόσμο μετά την εποχή του Γρηγορίου Παλαμά. Γιατί είναι αυτό που ισχυρίζεται ο κύριος Μπερκουτάκης. Η διαφορά σας είναι η ακόλουθη: Για σένα είναι ισάξιος αν όχι ανώτερος από τον Παλαμά και τους Πατέρες για τον κύριο Μπερκουτάκη έχει πανορθόδοξο κύρος και αναγνώριση. Για να μην παίζουμε με τις έννοιες όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος θεολόγος έχει πανορθόδοξο κύρος και αναγνώριση σημαίνει αυτόματα ότι η θεολογία του αναγνωρίζεται από την ορθόδοξο εκκλησία και χωρίς καμμία αμφιβολία είναι ένας από τους πιο μεγάλους ορθοδόξους θεολόγους!!! Θα ήθελα όμως να πώ ότι κατά την ταπεινή μου άποψη ο Μητροπολίτης Περγάμου δεν μελετά τους Πατέρες. Δεν έχει καμμία σχέση με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Εκείνο που μελετά είναι ο οικουμενισμός και προσπαθεί να επαναδιατυπώσει την θεολογία των Πατέρων, την θεολογία της ορθοδόξου εκκλησίας με τέτοιο τρόπο ώστε να την κάνει αποδεκτή στον οικουμενιστικό χώρο για να μπορέσει από εκεί να έχει την αναγνώρισή του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός που από το οικουμενιστικό κίνημα και από την παπική εκκλησία αναγνωρίσθηκε σαν ο πιο μεγάλος ορθόδοξος θεολόγος, μεταφράσθηκαν τα άρθρα του σε πολλές γλώσσες και άρχισε να γίνεται γνωστός και στον ορθόδοξο κόσμο. Συμφέρει λοιπόν τους οικουμενιστάς μια θεολογική διατύπωση όπως αυτή του Ζηζιούλια γιατί δεν συγκρούεται με το ψεύδος και την αίρεση, αλλά αναγνωρίζει σαν γνήσιες εκκλησίες όλους αυτούς που δημιουργούν σχέσεις και κοινωνίες προσώπων. Ιδιαίτερα η παπική εκκλησία τον δέχεται σαν πραγματικά θεολόγο της γιατί είναι αυτός που οδηγεί τη ορθόδοξη θεολογία στην αναγνώριση του καθολικού πρωτείου του Πέτρου, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει εκκλησία και κοινωνία προσώπων, κατά την γνώμη του, αν τα συγκεκριμένα πρόσωπα που κοινωνούν δεν έχουν έναν Πρώτο ή σε τοπικό ή σε καθολικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο κατά τον ίδιο η εκκλησία εικονίζει την Αγία Τριάδα γιατί και εκεί υπάρχει ο Πρώτος που είναι ο Πατήρ, ο μόνος αληθινός Θεός!!! Λές και ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι ομοούσιοι του Πατρός. Αλλά το ομοούσιο τον ενοχλεί γιατί ανήκει στην σφαίρα της ανάγκης επειδή η ουσία είναι ανάγκη και για τον άνθρωπο και τον Θεό!!! Ο Θεός απελευθερώθηκε από την αναγκαιότητα της ουσίας Του, από την φυσική Του αγαθότητα, με το να γίνει πρόσωπο!!! το ίδιο θα πρέπει να κάνει και η εκκλησία για να γίνει ένα υπαρκτικό γεγονός φανέρωσης!!! Και βέβαια πρόσωπο χωρίς σχέση και Πρώτο δεν μπορεί να υπάρξει. Πώς είναι δυνατό μια τέτοια τοποθέτηση να μην ανγνωρισθεί από την παπική εκκλησία που κανένας θεολόγος της σκέφθηκε ποτέ να εσαγάγει το πρωτείο στην Παναγία Τριάδα και να το κάνει θεολογία!!!

Όσο αφορά αυτά που ισχυρίζεσαι τα σχετικά με την σύνοδο του Κολυμπαρίου θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου. Η σύνοδος στο Κολυμπάρι αναγνώρισε εμμέσως μα πλην σαφώς την εκκλησιολογία του Ζηζιούλια, για την οποία πιστεύω ότι θα συζητήσουμε λεπτομερώς στον επόμενό μας διάλογο. Όποιος αποδἐχεται την σύνοδο του Κολυμπαρίου σαν Αγία και Μεγάλη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να της κάνει κριτική. Αν η σύνοδος του Κολυμπαρίου είναι Αγία και Μεγάλη σημαίνει αυτόματα ότι και τα λεγόμενά της θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά από όλους τους ορθοδόξους. Δυστυχώς στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει μεγάλη ασάφεια επί του θέματος, ασάφεια και εκκλησιαστική πολιτική. Ορισμένοι επίσκοποι από την μια μεριά θέλουν να εμφανίζονται σαν παροδοσιακοί ορθόδοξοι και μαχητές κατά των αιρέσεων που δημιουργεί η επαναδιατύπωση της θεολογίας της ορθοδόξου εκκλησίας από την άλλη μεριά θέλουν να εμφανίζονται και σαν αρεστοί στο πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης. Έτσι την σύνοδο του Κολυμαρίου την ονομάζουν μεν Αγία και Μεγάλη, κάνουν δε κάποια κριτική επί ορισμένων θεμάτων που η σύνοδος ασχολήθηκε. Και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα άθικτη!!! Και το ένα και το αντίθετό του!!! Η σύγχυση που μπορεί να προκαλέσουν τέτοιοι αρχιερείς είναι πολύ μεγάλη. Γιατί στον παραδοσιακό ορθόδοξο χώρο εμφανίζονται σαν γνήσιοι υποστηριχτές της θεολογίας των Πατέρων και πολλοί πιστεύουν ότι διαθέτουν ορθόδοξο φρόνημα από την άλλη μεριά υποστηρίζουν τον επισκοποκεντρισμό του Ζηζιούλια και εμφανίζονται στο Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης ως πραγματικοί υποστηρικτές του.

 

  ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ενα σημαντικό θέμα που αναπτύσσεται στο διαδίκτυο από τον κύριο Μπερκουτάκη είναι αν ο Αυγουστίνος είναι αιρετικός κατ᾽αρχάς και κατά δεύτερον αν οι Πατέρες της εκκλησίας ήταν κατά πάντα αλάθητοι:

«ΕΡΩΤΗΣΗ 4η: Είναι αιρετικός ο ιερός Αυγουστίνος και η διδασκαλία του;

Κάποιοι θεολόγοι, αντιμετωπίζοντας τον ιερό Αυγουστίνου ως κακόδοξο και αιρετικό, υποστηρίζουν, ότι άλλη είναι η Πατερική περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία, και άλλη είναι η αντίστοιχη διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου. Έτσι, κατά τη γνώμη τους, ενώ η Πατερική διδασκαλία είναι Ορθόδοξη, η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου (ως μη Πατερική) είναι κακόδοξη και αιρετική. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί κανένας Πατέρας της Εκκλησίας δεν κατηγόρησε ποτέ ως αιρετικό τον ιερό Αυγουστίνο; Γιατί δεν καταδικάστηκε ποτέ από τις Οικουμενικές Συνόδους η περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία του ως κακόδοξη και αιρετική; Αν, πάλι, οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κατηγόρησαν ποτέ ως κακόδοξη την εν λόγω διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου, τότε με ποια λογική οι σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι είναι στο σύνολό της λανθασμένη και κακόδοξη; Μήπως, τελικά, αυτοί, ως σοφότεροι και διακριτικότεροι, κατανόησαν καλύτερα από τους Πατέρες τις κακοδοξίες της διδασκαλίας του ιερού Αυγουστίνου;

Επί του προκειμένου ζητήματος ισχύουν, κατά τη γνώμη μας, τα εξής: κανένας χριστιανός δεν είναι αλάθητος. Από το γενικό αυτό κανόνα δεν εξαιρείται κανείς, ούτε οι Απόστολοι, ούτε οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ούτεπολύ περισσότεροοι διάφοροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και ακαδημαϊκοί θεολόγοι. Έτσι, για παράδειγμα, ο Άγιος Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών), αν και συνέτριψε με τη διδασκαλία του τη φοβερότατη αίρεση του Γνωστικισμού, υπήρξε υπέρμαχος των αφελών χιλιαστικών αντιλήψεων της εποχής του. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, αν και συνέβαλε ουσιαστικά στην οριστική καταδίκη της αίρεσης του Αρειανισμού, υποστήριξε τη διδασκαλία του «καθαρτηρίου πυρός» και της «αποκαταταστάσεως των πάντων», που, τελικά, δεν έγιναν αποδεκτές από την Ορθόδοξη Θεολογία κτλΣε αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία επιλέγει με μεγάλη διάκριση μέσα από το έργο των Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, μόνο τις διδασκαλίες, που προήλθαν από το Φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, ή εκφράζουν με γνησιότητα και ακρίβεια την πίστη της. Αυτές τις διδασκαλίες τις αποδέχεται, τις αναγνωρίζει ως Ορθόδοξες, Πατερικές, και Θεόπνευστες, και τις ενσωματώνει στην Παράδοσή της. Όταν, όμως, η Εκκλησία διαπιστώνει στα έργα των Πατέρων και των λοιπών εκκλησιαστικών συγγραφέων σφάλματα, δεν σπεύδει, να καταδικάσει όσους έσφαλλαν ως κακόδοξους και αιρετικούς (εκτός και αν αυτό είναι άκρως απαραίτητο για τη σωτηρία των πιστών) αλλά, απλά, προσπαθεί, να μην ακολουθεί τα λάθη τους.

Για τους ανωτέρω λόγους η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνουενώ είναι φανερό, ότι περιέχει πολλά και σημαντικά σφάλματαποτέ δεν θεωρήθηκε από την Εκκλησία ως λανθασμένη στο σύνολό της ή, πολύ περισσότερο, ως κακόδοξη και αιρετική, ενώ ο ίδιος ο ιερός Αυγουστίνος ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τους Πατέρες ως κακόδοξος και αιρετικός, ούτε καταδικάστηκε ποτέ από την Εκκλησία με αυτή την κατηγορία. Αντίθετα, τα έργα του, παρά τα λάθη τους, αγαπήθηκαν από τους χριστιανούς όλων των αιώνων, και αποτελούν μέχρι σήμερα προσφιλές ανάγνωσμα (κυρίως στη Δύση). Με βάση τα ανωτέρω είναι, κατά τη γνώμη μας, λανθασμένη η αντίληψη, πως η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου είναι στο σύνολό της κακόδοξη και αιρετική, ή τελείως διαφορετική από τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ας πάρουμε στο θέμα αυτό παράδειγμα από τους Καππαδόκες Πατέρες (Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος ο Θεολόγος), που, αν και γνώριζαν τα θεολογικά λάθη του Ωριγένη, τον μελετούσαν, τον τιμούσαν ως μεγάλο εκκλησιαστικό άνδρα και ερμηνευτή, τον θεωρούσαν, τρόπον τινά, πνευματικό τους πατέρα (η γιαγιά του Μεγάλου Βασιλείου, η Μακρίνα, ήταν μαθήτρια του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του Θαυματουργού, που ήταν μαθητής του Ωριγένη), και αναγνώριζαν τα ορθόδοξα σημεία της διδασκαλίας του.»

Εγώ συμφωνώ απολυτα με τον κύριο Μπερκουτάκη. Ο Ιερός Αυγουστίνος δεν είναι αιρετικός. Μπορεί βέβαια να έχει ορισμένες διαφορές από τους Πατέρες αλλά στην πραγματικότητα ανήκει στην ορθόδοξη παράδοση όσο και στην δυτική. Και θα πρέπει να σταματήσουμε να ελέγχουμε τον Αυγουστίνο γιατί μπορούμε να προσβάλλουμε τους καθολικούς αδελφούς και τους προτεστάντες οι οποίοι στηρίζονται στην αυγουστινιανή κατανόηση του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και στην ανθρωπολογία του. Εκείνο που μετράει είναι να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία με τους αδελφούς μας στην δύση. Μια κοινωνία, μια ενότητα που θα είναι ένα κοινωνικό κατόρθωμα ελευθερίας, αγάπης και ειρήνης. Η ένωση των πάντων ενδιαφέρει σήμερα τον μοντέρνο άνθρωπο και όχι αν ο Αυγουστίνος ήταν αιρετικός ή όχι ή αν αυτός παρέσυρε σύσσωμο την παράδοση της δύσεως στην απομάκρυνσή της από την ορθόδοξο Εκκλησία.

Συμφωνώ απόλυτα με τον κύριο Μπερκουτάκη και ως προς το ζήτημα ότι κανένας μεμονωμένος Πατέρας ή Απόστολος ή Προφήτης είναι αλάθητος. Μόνο η σύνοδος είναι αλάθητος και ο χορός των Αποστόλων των Αγίων των Πατέρων. Η συμφωνία των Αγίων και όχι ο συγκεκριμένος άγιος. Κατά συνέπεια μόνο η σύνοδος μπορεί να εκφράσει την αλάθητον ορθόδοξον πίστη. Ας καταλάβουν αυτό το απλό όλοι οι φανατικοί, φονταμενταλιστές ορθόδοξοι που τολμούν να κάνουν κριτική στην θεολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης, στηριζόμενοι σε μιά δήθεν αλάθητον πίστιν κάποιου, όπως τον αποκαλούν, θεωμένου αγίου. Στην Αγία και Μεγάλη σύνοδο της Κρήτης συμμετείχαν 10 εκκλησίες πλήθος επισκόπων υπό τον Πρώτον που εκφραζόταν από τον Πατριάρχη της Κωσταντινουπόλεως. Η εκκλησιαστική σύνοδος υπό τον Πρώτον εκφράζει τον χορό των Αποστόλων υπό τον Απόστολον Πέτρον, την Καθολική Εκκλησία. Και ο χορός των Αποστόλων υπό τον Πέτρον εικονίζει τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υπό του Πατρός ο οποίος είναι ο Πρώτος. Άνευ αυτών των παργόντων δεν νοείται Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί όπως ορθότατα το έχει πει ο Ζηζιούλιας εις την περισπούδαστον διατριβήν του Ενότης της Εκκλησίας η αλήθεια λαμβάνεται αυτομάτως μέσω μεταδόσεως της ευχαριστίας από την Σωτηριώδη χείρα του Πρώτου δια της οποίας χειρός διέρχεται η σωτηρία του πληρώματος.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Δε θα ασχοληθώ πολύ με τον Αυγουστίνο. Έχουν γραφεί κατά καιρόν αρκετές κριτικές μελέτες από τον αείμνηστο καθηγητή της δογματικής πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη. Και εμείς ασχοληθήκαμε σε προηγούμενους διαλόγους μας. Τελευταία εκδόθηκε ένα βιβλίο του κυρίου Γεωργίου Καραλή από τις εκδόσεις Αρμός που φέρει τον τίτλον “Η μωρία του Θεου και η σοφία του ανθρώπου. Διαδρομές μεταξύ θεολογίας και πνεύματος της εποχής» όπου ο αναγνώστης θα βρει ακετές κριτικές στην σελιδα 115- 123 και 134 – 137. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Αυγουστίνος στην εποχή του ήταν άγνωστος για τους Πατέρες της εκκλησίας. Δεν γνώριζαν τις δογματικές και ανθρωπολογικές του πεποιθήσεις. Καμμία οικουμενική σύνοδος δεν ασχολήθηκε και δεν στηρίχθηκε ποτέ στις διαφοροποιήσεις του Αυγουστίνου γιατί απλούστατα δεν τις γνώριζαν. Αν οι Πατέρες γνώριζαν αυτά που ισχυρίζεται ο Αυγουστίνος σίγουρα θα είχαν λάβει θἐσεις. Πέρασε λοιπόν απαρατήρητος στην Ανατολή μέχρι τον ένατο αιώνα όπου οι φράγκοι θεολόγοι τον χρησιμοποιούν. Ο Βαρλαάμ αργότερα τον 14 αιώνα όταν έρχεται στην Ανατολή και εκφράζει τις πεποιθήσεις του Αυγουστίνου οι δύο Πανορθόδοξοι σύνοδοι της εποχής του Παλαμά τον καταδικάζουν. Καταδικάζουν δηλαδή τις αυγουστινιακές παρεκτροπές στην ανθρωπολογία και θεολογία. Σίγουρα ο κύριος Μπερκουτάκης αγνοεί αυτήν την περίοδο και την ιστορική αλήθεια!!!

Το δεύτερο θέμα είναι σημαντικό και αποσχολεί πολύ την ορθόδοξο θεολογία. Το ζήτημα της αυθεντίας στην Εκκλησία. Ποιός δηλαδή ή ποιοί συνιστούν την αυθεντική έκφραση της εκκλησιαστικής διδαχής. Δε θα χρησιμοποιήσω όπως συνήθως Πατέρες και Διδασκάλους. Το έχω κάνει σε προηγούμενους διαλόγους και δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα. Για το ζήτημα αυτό πιστεύω δόθηκε η ευκαιρία στην Ζ´ οικουμενική σύνοδο να αποφασίσει λόγω του ότι είχε αμφισβητηθεί η παράδοση των εικόνων εκ μέρους των εικονομάχων. Η θέση της συνόδου, δεν υπήρξε βέβαια πρωτότυπη, ούτε πρωτόλεκτη, αφού είχαν προηγηθεί άλλες σύνοδοι με ίδια τοποθέτηση. Όμως δεν παύει να είναι σημαντική. Πουθενά στα Πρακτικά της Συνόδου δεν εξαίρεται ιδιαίτερα η αυθεντία των Οικουμενικών Συνόδων. Αντίθετα , όπως έγινε και με την Δ´ και την Στ´ Οικουμενική σύνοδο[1] εξαίρεται η υπέρτατη αυθεντία των Πατέρων[2] στους οποίους εντάσσονται και οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι στο σημείο αυτό υπάρχει ομοφωνία με τους εικονομάχους, επειδή και αυτοί αποδέχονται τους Πατέρες, Αποστόλους και Προφήτες ως την υπέρτατη αυθεντία μέσα στην Εκκλησία τους οποίους αποκαλούν «ενθέους»[3] τελειώνοντας την εικονομαχική των ομολογία ως εξής: “αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων”[4]

Η διαφορά βρίσκεται στο ότι οι μεν πιστεύουν ότι οι Πατέρες αποδέχονται και συνιστούν την χρήση των αγίων εικόνων, οι δέ απορρίπτουν και αναθεματίζουν την χρήση τους. Δεν αμβιβάλλει όμως καμμιά πλευρά ότι η αυθεντία της ορθοδόξου παραδόσεως σε κάθε επίμαχο ζητημα, πρέπει να αναζητηθεί μόνο σε φορείς της πάσης αλήθειας του Αγίου Πνεύματος και όχι σε ιστορικές απλώς μαρτυρίες των μνημείων του χριστιανικού παρελθόντος ή σε θεσμούς όπως ο συνοδικός. Είναι ενδιαφέρουσα η διαμάχη των δύο παρατάξεων, ειδικά στο ζήτημα αν οι αναγνωρισμένες ως αυθεντικές φωνές της Εκκλησίας, οι Πατέρες ενδέχεται να σφάλλουν κάποτε περί το δόγμα, αποδεχόμενοι προσωπικές απόψεις που απορρίπτονται από την Εκκλησία.

Αφορμή για τη εξέταση του προβλήματος έλαβε η Ζ´Οικουμενική Σύνοδος από τον ισχυρισμό των εικονομάχων ότι διαθέτουν κείμενα αναγνωρισμένων Πατέρων, που αποδοκιμάζουν την κατασκευή και χρήση εικόνων. Πράγματι, επειδή, όπως αναφέρθηκε, και οι εικονομάχοι δέχονταν την αρχή του αλαθήτου για κάθε έναν Πατέρα, προέβαλαν κείμενα Αγἰων Πατέρων, των οποίων η αποδοχή ήταν υποχρεωτική. Ένα τέτοιο κείμενο σε μορφή επιστολής, αναφέρει κατά λέξη: “ καί ἐν τούτω μνήμην ἔχετε, τέκνα ἀγαπητά, τοῦ μή ἀναφέρειν εἰκόνας ἐπ᾽εκκλησίας, μήτε ἐν τοῖς κοιμητηρίοις τῶν ἁγίων… ἀλλ᾽οὒτε κατ᾽οἶκον κοινόνοὐκ ἒξεστι γάρ χριστιανῶ δι᾽ὀφθαλμῶν μετεωρίζεσθαι[5] και αποδίδεται στον Άγιο Επιφάνιο Κωσταντίας της Κύπρου[6]

Μπροστά σε μια τέτοια πρόκληση των εικονομάχων, ή Σύνοδος ή θα έπρεπε να απορρίψει το κείμενο αυτό, συναπορρίπτοντας συγχρόνως και την αυθεντία των Πατέρων, ή να το αποδεχθεί, αποδεχόμενη συγχρόνως και την εικονοκλαστική αντίληψη που περιλαμβανόταν. Είναι θαυμαστός ο τρόπος με το οποίο η Ζ´ οικουμενική σύνοδος απέφυγε και τους δύο σκοπέλους και συνάμα κατοχύρωσε την περί αυθεντίας των Πατέρων ορθόδοξη διδαχή, επαναλαμβάνοντας σχεδόν κατά λέξη, παρομοιότυπη απάντηση του Μεγάλου Αθανασίου σε αντίστοιχη πρόκληση των Αρειανών[7] και καταδεικνύοντας έτσι στην πράξη, ότι ἕπεται τοῖς ἁγιοις Πατράσι, όπως και οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι.

Η σύνοδος απάντησε ως εξης: « τό μέν σύγγραμμα (του Επιφανίου) ἀποβαλλόμεθα, τòν δέ ἅγιον Πατέρα, Διδάσκαλον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας γινώσκομεν (άνω τελεία) καί γάρ οἱ ἐν τῆ ἁγία Τετάρτη καί Οικουμενικῆ Συνόδω τῆ ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντες θεῖοι Πατέρες τήν ἐπιστολήν τήν λεγομένην Ἲβα ἐπισκόπου Ἐδέσσης πρός Μάρην τον Πέρσην άναθεμάτισαν ώς Νεστορίω συμφωνοῦσαν (άνω τελεία) ὡσαύτως καί οἱ τῆς Ἀγίας Πέμπτης συνόδου (άνω τελεία) τόν δέ Ἲβαν οὐδαμῶς (άνω τελεία) οὐ γάρ τἀληθές απεδείχθη, ὃτι Ἲβα ἦν ἐπιστολή (άνω τελεία)ἔνθεν και εἰς τούς ἀναθεματισμούς οὐ τον Ἲβαν ἀναθέματι παρέπεμψαν, ἀλλά τήν λεγομένην ῍Ιβα ἐπιστολήν. Ἐλέγετο γάρ, οὐκ ἦν δέ (άνω τελεία)οὓτως οὖν καί ταῦτα τά ψευδηγόρα συγγράμματα κατά τῶ σεπτῶν εἰκόνων λέγονται μέν παρά τινων τοῦ ἀγίου Επιφανίου, οὐδαμῆ εισίν, ὠς δέδεικται

Στην απάντηση αυτή παρατηρούμε ότι η Σύνοδος δεν δέχεται πως είναι δυνατόν ένας αναγνωρισμένος Πατέρας της Εκκλησίας και άγιος να έχει σφάλει σε ζήτημα πίστεως. Αν αποδίδετο τέτοιο σφάλμα σε εκκλησιαστικό Πατέρα από την γραπτή ή από την άγραπτη παρόδοση, το βέβαιο είναι ότι δεν ανήκει πραγματικά σε αυτόν (περίπτωση επιστολής Ίβα). Αν αποδεχθεί πάλι ότι πραγματικά ανήκει σε κάποιο συγγραφέα οποιοδήποτε κείμενο που περιέχει πλάνες σε ζητήματα πίστεως, τότε αναθεματιζεται και ο συγγραφέας και το κείμενό του και δεν θεωρείται Πατέρας της Εκκλησίας (περίπτωση Ωριγένη κατά τη Ε´ Οικουμενική σύνοδο).

Θα πρέπει λοιπόν να προσέξουμε ότι η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος επικυρώνει την άποψη, που ανέκαθεν επικρατούσε στην Εκκλησία, ότι οι δια Πνεύματος Αγίου φθεγγόμενοι είναι α-σφαλείς και θεοφθόγγοι κήρυκες της Αληθείας[8] και , επομένως δεν υπάρχουν Άγιοι ή Πατέρες της Εκκλησίας με προσωπικές εσφαλμένες απόψεις. Η θέση αυτή τονίστηκε αργότερα από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: [9] Τί γάρ οὖν τουτέστιν ἀληθῆς εὐσέβεια; τό μή πρός τούς θεοφόρους Πατέρες ἀμφισβητείν Καί γάρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὃρος εἰσί θεοσεβείας ἀληθοῦς καί χάραξ (Επιστολή στον Μοναχό Διονύσιο)

 

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ο κύριος Μπερκουτάκης ισχυρίζεται ότι οι Πατέρες ορίζουν το πρόσωπο ως σχέση. Είναι αυτό το σημείο που μελετήσαμε σε προηγούμενο διάλογό μας και απέδειξες ξεκάθαρα ότι οι Πατέρες δεν όρισαν ποτέ το πρόσωπο ως σχέση. Αυτό όμως για εμένα δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορριφθεί γιατί όπως ισχυρίζεται ο κύριος Μπερκουτάκης και πιστεύω κι᾽εγώ κανένας Πατέρας ή Απόστολος δεν είναι αλάθητος, επομένως θα πρέπει να ορίσουμε τα πάντα με τον δικό μας φιλοσοφικό στοχασμό. Άλλωστε ο κύριος Μπερκουτάκης δεν αναφέρει ποιοί Πατέρες ισχυρίζονται ότι το πρόσωπο ορίζεται ως σχέση. Εσύ μου ανέφερες πολλά χωρία και ονόματα Πατέρων. Αν θα αποκομίσει χωρία ο κύριος Μπερκουτάκης τότε θα με βοηθήσει και μένα στην επιχειρηματολογία μου στον διάλογο που κάνω μαζί σου. Εκείνο όμως που μου κάνει εντύπωση είναι η έκτη ερώτηση και θα ήθελα να μου πεις την γνώμη σου.

 ΕΡΩΤΗΣΗ 6η: Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι με το θεολογικό όρο: «Θέωση» η Ορθόδοξη Θεολογία δηλώνει μόνο τη μετοχή του ανθρώπου στη Θεία Φύση, και όχι τη μετοχή του ανθρώπου στην Προσωπική ύπαρξη του Θεού. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;

Όπως εξηγήσαμε, με τον όρο «Θεώση» ή «Θεοπτία» δηλώνεται η μετοχή του κτιστού ανθρώπου στην άκτιστη και άναρχη Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Ένα από τα βασικά γνωρίσματα αυτής της άκτιστης και άναρχης Ύπαρξηςσύμφωνα, πάντα, με την Πατερική Θεολογίαείναι η «απλότης» (= ότι ανήκει στη αιώνια Ύπαρξη του Θεού, «υπάρχει» πριν από τη δημιουργία του κόσμου, και, συνεπώς, δεν μπορούμε, να πούμε, ότι η Αγία Τριάδα απέκτησε «κάποτε» κάτι, που δεν το είχε «εξαρχής»), που αποκλείει κάθε έννοια «σύνθεσης» (= το ενδεχόμενο, να αποκτήσει η αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας οποιοδήποτε οντολογικό γνώρισμα «εν χρόνω και χώρω»). Συνεπώς, η αιώνια και άναρχη Ύπαρξη του Θεού είναι «απλή», και όχι «σύνθετη» (με μοναδική εξαίρεση την «εν χρόνω και χώρω» πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από το Θεό Λόγο, ο Οποίος, μετά την «διημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν» ενανθρώπησή Του, κατέστη, κατά την πολύ επιτυχημένη έκφραση του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, «…μία Υπόστασις σύνθετος, γνωριζομένη εν δυσί τελείαις φύσεσι και ενεργείαις και θελήσεσι…»).

Στα πλαίσια της «απλότητας» της ύπαρξης του Θεού εντάσσεταικατά την ταπεινή μας κρίσηκαι το «ενιαίον» της Ύπαρξής Του. Πιο απλά, στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά, ούτε τις υπαρκτικές κατηγορίες που τη «συνθέτουν» (π.χ. δεν μπορούμε, να μιλάμε για τις Φυσικές Ενέργειες του Θεού, ανεξάρτητα από τη Θεία Ουσία, από την οποία Αυτές εκπηγάζουν, ή, κατά παρόμοιο τρόπο, δεν μπορούμε, να μιλάμε για τις Τρεις Υποστάσεις της Αγίας Τριάδας, ανεξάρτητα από τη Θεία Φύση, που Αυτές υποστασιάζουν), ούτε τις φυσικές Της ιδιότητες (π.χ. δεν μπορούμε, να μιλάμε για την αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού, σαν είναι δύο διαφορετικές, ή, πολύ περισσότερο, δύο αντίθετες μεταξύ τους φυσικές Του ιδιότητες). Όμως, ενώ δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά τις υπαρκτικές κατηγορίες της άναρχης και αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, μπορούμε να τις διακρίνουμε θεωρητικά (τεχνικά), γιατί αυτό μας βοηθάει, να εκφράσουμε με κτιστές ανθρώπινες λέξεις το «ενιαίο» μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Αυτό, ακριβώς, συμβαίνει στην Πατερική Θεολογία. Δηλαδή, οι Πατέρες της Εκκλησίαςγια πρακτικούς λόγουςδιακρίνουν, τόσο τις υπαρκτικές (οντολογικές) κατηγορίες, που συνθέτουν την αιώνια, «απλή», και «ενιαία» ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, όσο και τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης. Έτσι, για παράδειγμα, στη γλωσσική διατύπωση της Ορθόδοξης Θεολογίας μπορούμε, να μιλάμε για την Ουσία του Θεού και τις Υποστάσεις Της, ή για την αγάπη του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, σαν να είναι δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, ενώ, στην πραγματικότητα (δηλαδή, στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού) όλα αυτά υπάρχουν ενωμένα, ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο υπαρκτικό «όλον».

Συνεπώς, η διάκριση του τιθέντος ερωτήματος κρίνεται ως θεολογικά λανθασμένη και αβάσιμη, αφού μέσα από την εμπειρία της Θέωσης, νοούμενης ως μετοχή στις άκτιστες Ενέργειες της Αγίας Τριάδας, ο άνθρωπος μετέχει και στην Ουσία του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης, και τις «γνωρίζει» οντολογικά), αλλά, ταυτόχρονα, μετέχει και στην προσωπική Ύπαρξη του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τον τρόπο Ύπαρξης των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, που ο γέρων Σωφρόνιος Ζαχάρωφ χαρακτηρίζει ως «Υποστατικόν Είναι», και «γνωρίζει» οντολογικά, τόσο τα Πρόσωπα που μετέχουν στη Θεία Φύση, όσο και τα Υποστατικά Ιδιώματα, που τα διακρίνουν).

Αν, όμως, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, μέσα από την εμπειρία της Θέωσης ο άνθρωπος μετέχει μόνο στη Θεία Φύση (και όχι στην Προσωπική Ύπαρξη του Θεού), τότε από που «γνώριζαν» οι Απόστολοι, οι Πατέρες, και όλοι οι Άγιοι, ότι ο Θεός υπάρχει ως Προσωπικό (και όχι ως απρόσωπο) Απόλυτο; Από που «γνώρισαν», ότι η Θεία Φύση υποστασιάζεται από Τρία (και όχι από ένα, ή δύο, ή τέσσερα ή έξι κ.ο.κ.) Πρόσωπα; Από που, πάλι, «γνώρισαν» τα Υποστατικά Ιδιώματα, που διακρίνουν τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας; Αν, τέλος, μέσα από την εμπειρία της Θέωσης ο άνθρωπος δεν μετέχει στην Προσωπική Ύπαρξη του Θεού, τότε από ποια οντολογική κατηγορία εξαρτάται το «αυτεξούσιον» (ελευθερία) του ανθρώπου, που αποτελεί το ύψιστο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, καικατά τη διδασκαλία πολλών Πατέρωντο κεντρικότερο στοιχείο του «κατεικόνα»; Αν, δηλαδή, το «αυτεξούσιον» δεν αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οντολογικής κατηγορίας του Προσώπου, τότε, αναγκαστικά, πρέπει, να δεχθούμε, ότι αποτελεί γνώρισμα και ιδιότητα της οντολογικής κατηγορίας της Φύσης. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι άτοπο, αφού, η άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας γίνεται από κάθε άνθρωπο με διαφορετικό τρόπο και, συνεπώς, δεν εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία της Φύσης, που είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους, αλλά από την οντολογική κατηγορία του Πρόσωπου, το οποίο και υπάρχει ως απόλυτη ετερότητα.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Θα πρέπει να πούμε ότι οι Πατέρες όπως και πολλοί αιρετικοί είναι συνεπείς. Αρχίσουν από μια αρχή και προχωρούν με συνέπεια. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι οι Πατέρες ισχυρίζονται την αλήθεια και οι αιρετικοί το ψεύδος. Οι Πατέρες είναι οι γιατροί που δίνουν μια σωστή θεραπεία και οι αιρετικοί είναι οι κομπογιαννίτες. Υπάρχουν όμως άνθρωποι και ιδιαίτερα θεολόγοι που δεν είναι τόσο συνεπείς όσο οι Πατέρες ή όσο οι αιρετικοί. Αυτοί μπερδεύουν τα πράγματα. Διαβάζεις κείμενά τους  που δεν έχουν  λογική σειρά, μέθοδο και συνέπεια. Προσπαθούν να πουν το σωστό και στην επόμενη παράγραφο ισχυρίζονται το αντίθετο. Έτσι μπεδεύουν πιο πολύ τον κόσμο και τον κάνουν να απεχθάνεται την θεολογία. Δηλητηρίασαν, λοιπόν, τέτοιου ειδους άνθρωποι εδώ και πενήντα χρόνια την θεολογία και την μπέρδεψαν με την αίρεση, τόσο πολύ, που δύσκολα σήμερα ο πιστός μπορεί να ξεφύγει. Η θεολογική ασάφεια οδήγησε σε έναν άκρατο οικουμενισμό αφού πια ειχε μπεδευτεί η θεολογία με την αίρεση. Έτσι λοιπόν και ο κύριος Μπερκουτάκης χρησιμοποιεί μια θεολογία που μπερδεύει πολύ τους ορθοδόξους.

Αρχίζει την ερώτηση με το κάποιοι ισχυρίζονται ότι … Αυτοί οι κάποιοι όμως που ισχυρίζονται ότι η θέωση είναι μετοχή όχι στην ουσία του Θεού (γιατί δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε ομοούσιοι του Θεού) ούτε και στην Υποστατική ζωή του Θεού (μόνα τα Πρόσωπα της Τριάδος συμμετέχουν, διαφορετικά η Τριάς γίνεται μυριάς και χιλιάς) είναι οι Πατέρες της Εκκλησία και όχι οι μοντέρνοι θεολόγοι. Παραθέτουμε κείμενο το Γρηγορίου Παλαμά. Βέβαια υπάρχουν πολλά κείμενα όλων τον Πατέρων που ισχυρίζονται το ίδιο: “όλα αυτά που στην πραγματικότητα υπάρχουν, μπορούν να μετέχουν του Θεού και, παρόλα αυτά, η υπερούσια ουσία του Θεού μένει τελείως αμέθεκτη. Επομένως θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο μεταξύ της αμέθεκτης ουσίας του Θεού και των μετεχόντων σε Αυτήν. Εξαιτίας αυτού του άλλου κάθε πραγματικότης που υπάρχει, μετέχει στην δημιουργική και συνεκτική δραστηριότητα του Θεού. Θα ήταν τρομακτική απώλεια αν εξαφανίζετο ο ενωτικός αυτός κρίκος μεταξύ αμέθεκτης ουσίας και κτισμάτων μετεχόντων στις ενέργειές Του. Αν θέλεις να μας κάνεις μετόχους του Θεού, μη μας απομακρύνης από την πραγματική αυτή ενότητα κατασκευάζοντας αγεφύρωτο χάσμα είτε μεταξύ του Θεού και δημιουργίας, είτε μεταξύ της πρόνοιάς Του και της κάθε υπαρκτής πραγματικότητος! αν κάνεις κάτι τέτοιο πρέπει να ψάξουμε να βρούμε άλλον Θεόν, όχι μόνο αυτοτελή, αυτενέργητο (Απόλυτον, Ελεύθερον από κάθε μεταβλητότητα) που δεν ασχολείται μόνο με τον ευατό Του, αλλά είναι και αγαθός. Και μέσα από το πλήθος της αγαθότητάς Του, δεν ικανοποιείται να ενεργεί μόνο για τον εαυτό Του, ούτε βέβαια να μένει χωρίς ενεργοποιημένα θελήματα, αλλά στρέφεται υπεράγαθα προς τα κτίσματά Του. Μόνο έτσι είναι σε θέση να μας ευεργετεί και βέβαια δεν προτιμά να παραμένει ανίκανος προς ευεργεσία. Με αυτόν τον τρόπο είναι και ακίνητος και κινούμενος. Έτσι παραμένει σταθερά μεθεκτός σε όλη την δημιουργία μέσω των δημιουργικών του επαφών και των προνοητικών Του δραστηριοτήτων. Γιατί αν δεν είναι σε θέση να γίνεται μεθεκτός, θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε άλλον Θεόν που θα είναι μεθεκτός έτσι ώστε μετέχοντας σε Αυτόν να μπορούμε να υπάρχουμε να ζούμε και να γινόμαστε ένθεοι [10]»

Ο Παλαμάς αποκλείει το γεγονός ότι μετέχουμε στην ουσία του Θεού. Μπορεί η Άκτιστος Ενέργεια του Ακτίστου Θεού να είναι ουσιώδης Ενέργεια ενός Τρισυποστάτου Θεού αλλά δεν μπορούμε ποτέ να μετέχουμε στην Ουσία αλλά ούτε και στις ενδοτριαδικές σχέσεις και βέβαια να γνωρίσουμε “οντολογικά” δηλαδή κτιστά το Θεό. Κατά δεύτερο Λόγο για τον Παλαμά και τους Πατέρες μπορούμε μεν να μετέχουμε στην Άκτιστο Ενέργεια του Θεού, δεν θα υπάρξει δέ ποτέ, καμμία δυνατότητα οντολογικής-κτιστής γνώσης, γιατί μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει analogia entis. Παντελώς «οντολογικά» άγνωστη θα μας είναι η υπερούσιος κρυφιότης, όπως και τα υποστατατικά ιδιώματα Πατρότης, Υιότης και εκπόρευση. Τι σημαίνουν κανένας δεν θα το γνωρίσει όπως μας πληροφορούν όλοι οι Πατέρες. Ας τιμήσουμε την γέννησιν του Θεού με σιωπή. Είναι πολύ για σένα ότι έμαθες ότι εγεννήθη…με τον τρόπο που γνωρίζει ο Πατήρ που εγέννησε και ο υιός που εγεννήθη. Τα περισσότερα είναι καλυμμένα με νέφη και διαφεύγουν την ασθενή (οντολογική )σου γνώση. [11]

Για το αυτεξούσιο αγαπητέ οι Πατέρες έγραψαν πολλά και μας είπαν ξεκάθαρα ότι δεν είναι υποστατικό ιδίωμα αλλά φυσικό. Γι᾽αυτό και ο Χριστός αν και είναι ένα πρόσωπο έχει δύο αυτεξούσια ένα ανθρώπινο και ένα Θεϊκό, επειδή διαθέτει δύο φύσεις. Αν το αυτεξούσιο ανήκε στο πρόσωπο τότε ο Χριστός θα είχε ένα αυτεξούσιο κατά την ενσάρκωση (θεϊκό ή ανθρώπινο όπως το πάρει κανείς) και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος θα διέθεταν τρία διαφορετικά αυτεξούσια, δηλαδή θα ήταν τρεις Θεοί και όχι ένας. Θα παραμπέμψω τον κύριο Μπερκουτάκη στον Μάξιμο τον Ομολογητή και στον Ιωάννη Δαμασκηνό. Καταλαβαίνω όμως ότι ο κύριος Μπερκουτάκης δεν έχει μελετήσει ποτέ Πατέρες. Δεν διάβασε ποτέ κανένα τους κείμενο για να αποκτήσει μια ξεκάθαρη γνώση. Έχει μελετήσει μόνο τον Σωφρόνιο του Εσσεξ και σ᾽αυτόν αναφέρεται και παραθέτει συνέχεια χωρία του Σωφρονίου, αλλά όχι των Πατέρων.

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ισχυρίζεσαι ότι ο Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο μεγαλύτερος μοντέρνος άγιος που διαθέτουμε σήμερα, δεν εκφράζει την πίστη των Πατέρων; αυτό για μένα είναι πρωτάκουστο!!! Εγώ όμως γνωρίζω καλά ότι ο Γέρων Σωφρόνιος είναι, ένας μεγάλος ορθόδοξος ασκητής. Νομίζω ότι ο ίδιος έδωσε την συμμαρτυρία για να χειροτονηθεί επίσκοπος ο Ιωάννης Ζηζιούλιας. Με το διορατικό του χάρισμα κατάλαβε καλά ότι ο Άγιος Περγάμου θα γίνει ο πιο μεγάλος θεολόγος της ορθοδόξου παραδόσεως, εκείνος που θα ξαναγράψει την ορθόδοξο θεολογία και θα φέρει πολυπόθητη ένωση των εκκλησιών.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Κοίταξε πώς έχει παρασύρει τον κύριο Μπερκουτάκη: “Συνεπώς, η διάκριση του τιθέντος ερωτήματος κρίνεται ως θεολογικά λανθασμένη και αβάσιμη, αφού μέσα από την εμπειρία της Θέωσης, νοούμενης ως μετοχή στις άκτιστες Ενέργειες της Αγίας Τριάδας, ο άνθρωπος μετέχει και στην Ουσία του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης, και τις «γνωρίζει» οντολογικά), αλλά, ταυτόχρονα, μετέχει και στην προσωπική Ύπαρξη του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τον τρόπο Ύπαρξης των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, που ο γέρων Σωφρόνιος Ζαχάρωφ χαρακτηρίζει ως «Υποστατικόν Είναι», και «γνωρίζει» οντολογικά, τόσο τα Πρόσωπα που μετέχουν στη Θεία Φύση, όσο και τα Υποστατικά Ιδιώματα, που τα διακρίνουνΑν δηλαδή υποθέσουμε ότι ο π. Σωφρόνιος είχε θεωθεί τότε έφθασε να μετέχει και να γνωρίζει “οντολογικά-κτιστά» την Ουσία του Θεού, καθώς και να μετέχει στις ενδοτριαδικές σχέσεις τις Παναγίας Τριάδος; Με άλλα λόγια έγινε ομοούσιος του Θεού και ένας ίσως ο τέταρτος της Τριάδος; Γνώρισε κατά συνέπεια οντολογικά-κτιστά το “Υποστατικόν Είναι» του Θεού και τί σημαίνει Πατρότης Υιότης και Εκπόρευση που οι Πατέρες είπαν ότι είναι καλυμένα με νέφη;

Ο κύριος Μπερκουτάκης ακολουθώντας τον Σωφριανισμό διερωτάται πώς οι Πατέρες γνώριζαν και πίστευαν σε Τριαδικό Θεό αν δεν μετείχαν στην προσωπική ζωή του Θεού; Αλλοίμονο αν δεχθούμε την χοντροειδή αρχή ότι δεν δεχόμεθα όλα αυτα στα οποία δεν μετέχουμε. Τότε άνετα προκύπτει ότι δεν πιστεύουμε σε κανένα Θεό διότι δεν είμαστε Θεοί και δεν μετέχουμε στην προσωπική Του ύπαρξη!!!

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Εντάξει ας είμαστε σοβαροί. Δεν μπορούμε να φτάνουμε στα άκρα. Δεν εκφράζεται σωστά πολλές φορές ο Άγιος Σωφρόνιος αυτό όμως δεν σημαίνει ότι διαφωνεί με τους Πατέρες. Η έκφρασή του είναι πολλές φορές λαθασμένη, αλλά ο ίδιος είναι ένας μεγάλος άγιος με πραγματική εμπειρία. Ένας Άγιος με πολλά χαρίσματα.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Εσείς δυστυχώς το πάτε στα άκρα ακολουθώτας τον τον Σωφρονιασμό, ο οποίος δημιουργεί αυτές τις ακραίες καταστάσεις και παρασύρει και καλοπροαίρετους ανθρώπους, γιατί δεν έχει συνέπεια. Συγχέει τα υποστατικά με τα φυσικά, γιατί η μετοχή στις Άκτιστες φυσικές ενέργειες του Θεού σημαίνει και μετοχή στην ενδοτριαδικές σχέσεις καθώς και στην άρρητο και ακατανόητο Ουσία Του. Από αυτά τα μπερδέματα, όπως ισχυρίζονται οι Πατέρες, ξεκινούν όλες οι αιρέσεις. Γιατί δηλαδή ο Σεβήρος ή ο Νεστόριος που έκαναν παρόμοιες συγχύσεις να είναι αιρετικοί και να μην μας παραξενεύουν τοποθετήσεις που βασιζόμενες στον Σωφρονιασμό ισχυρίζονται ότι όποιος μετέχει στην Ενέγεια του Θεού μετέχει και στην Ουσία Του και στις ενδοτριαδικές σχέσεις απαραιτήτως, γιατί αν ο θεωμένος δεν μετέχει της Ουσίας και προσωπικής ζωής του Θεού αυτό θα σήμαινε διαίρεση του Θεού σε τρεις οντολογικές πραγματικότητες!!! Η Ζ´ Οικουμενική σύνοδος όπως είδαμε αναφέρει ότι όποιος είναι Άγιος δεν μπορεί ποτέ να πέσει σε ασάφειες και δογματικά λάθη. Εδώ οι ασάφειες είναι πολλές και το παράδειγμα του κυρίου Μπερκουτάκη ο οποίος ακολουθεί πιστά τον Σωφρονιασμό θα πρέπει κάποτε να μας προβληματίσει. Το πρόβλημα βέβαια δεν σταματά εδώ. Ο κάθε κύριος Μπερκουτάκης της σημερινής εποχής προτιμά να διαβάζει τον Σωφρόνιο ή τον Ιωάννη Περγάμου παρά Πατέρες της εκκλησίας. Σε λίγο θα σταματήσουμε να διαβάζουμε και το ευαγγέλιο γιατί θα το έχει ξαναγράψει ο άγιος Περγάμου για το οποίον ο ασκητικός Σωφρόνιος είχε δώσει μαρτυρία να γίνει επίσκοπος του πατριαρχικού θρόνου, ίσως βασιζόμενος στο προορατικό του χάρισμα;

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ο κύριος Μπερκουτάκης κάνει τις ακόλουθες ερωτήσεις και απαντά με τρόπο που εγώ τον δέχομαι απόλυτα.

«ΕΡΩΤΗΣΗ 7η: Ορισμένοι υποστηρίζουν, ότι το «κατεικόνα» και το «καθομοίωσιν», που συναντάμε στη διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου στο Γεν. 1, 16, εξαρτώνται μόνο από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, και όχι από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;

 Πράγματιορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι οι Πατέρες εξαρτούν τη θεολογική έννοια του «κατεικόνα» μόνο από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, και όχι από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Προβάλλουν, μάλιστα, το εξής επιχείρημα: αν δεχθούμε, ότι το «κατεικόνα» εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, τότε, κατά λογική συνέπεια, πρέπει, να οδηγηθούμε στο άτοπο συμπέρασμα, ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή Του το «κατεικόνα», αφούσύμφωνα με τους δογματικούς όρους της Γ΄ και της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδουο Χριστός είχε μόνο ανθρώπινη φύση, και όχι ανθρώπινο πρόσωπο.

Κατά τη γνώμη μας, ισχύουν και εδώ τα όσα αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με την «απλότητα» και το «ενιαίον» της αιώνιας και άκτιστης Ύπαρξης του Θεού. Ότι, δηλαδή, ενώ δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά τις υπαρκτικές κατηγορίες της αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, μπορούμε, να τις διακρίνουμε θεωρητικά, προκειμένου να εκφράσουμε με κτιστές ανθρώπινες λέξεις το «απλό» («ασύνθετο») και «ενιαίο» μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, όπως, ακριβώς, συνέβη και στο προηγούμενο ζήτημα, η διάκριση του τεθέντος ερωτήματος κρίνεταικατά την άποψή μαςως θεολογικά λανθασμένη και αβάσιμη, γιατί το «κατεικόνα», που συναντάμε στην αγιογραφική διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου (Γεν. 1, 16), εξαρτάται, ταυτόχρονα, και από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, και από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης. Όταν, δηλαδή, κάνουμε λόγο για τη σχέση του «κατεικόνα» με την αιώνια Ύπαρξη του Θεού, δεν μπορούμε, να υποστηρίξουμε, ότι το «κατεικόνα» αναφέρεται μόνο στη σχέση του ανθρώπου (νοουμένου ως ενιαίου ψυχοσωματικού και προσωπικού όντος) με την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, ή μόνο στη σχέση του ανθρώπου με την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, γιατί τότεεισάγοντας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας διακρίσεις, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουναντιμετωπίζουμε τα Πρόσωπα και τη Θεία Φύση της Αγίας Τριάδας ως δύο διαφορετικές οντολογικές κατηγορίες, δηλαδή ως δύο οντολογικές κατηγορίες, που μπορούν, να νοηθούν, ή να υπάρξουν, ανεξάρτητα η μία από την άλλη (πράγμα άτοπο).

Τι, λοιπόν, συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση; Συμβαίνει, κατά τη γνώμη μας, το εξής: όταν διαβάζουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας, ότι το «κατεικόνα» αναφέρεται στην οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, δεν πρέπει, να εννοούμε τη Θεία Φύση αποκομμένη από τα Πρόσωπα, που την υποστασιάζουν, αλλά τη Θεία Φύση που υπάρχει αχώριστα ενωμένη με τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως ένα «ενιαίο» υπαρκτικό σύνολο. Αντιστρόφως, πάλι, όταν διαβάζουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας, ότι το «κατεικόνα» αναφέρεται στην οντολογική κατηγορία του Προσώπου, δεν πρέπει, να εννοούμε τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας αποκομμένα από τη Θεία Φύση, που υποστασιάζουν, αλλά τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, που υπάρχουν αχώριστα ενωμένα με τη Θεία Φύση, ως ένα «ενιαίο» υπαρκτικό σύνολοΠιο απλά, αν μπορέσουμε, να κατανοήσουμεέστω και διανοητικάτο μυστήριο της «απλότητας» και του «ενιαίου» της αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, τότε θα μπορέσουμε, να κατανοήσουμε με ορθόδοξο τρόπο, τόσο τις Πατερικές και ακαδημαϊκές θεολογικές αναφορές, που εξαρτούν το «κατεικόνα» από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, όσο και τις Πατερικές και ακαδημαϊκές θεολογικές αναφορές, που εξαρτούν το «κατεικόνα» από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης.

Όσον, πάλι, αφορά το επιχείρημά τους, παρατηρητέα τα εξής: σύμφωνα με τη σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Θεός Λόγος προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή Του πλήρη ανθρώπινη Φύση (υλικό σώμα και λογική ψυχή), αλλά δεν προσέλαβε ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι, στο Χριστό ενώθηκαν δύο τέλειες φύσεις (Θεία και ανθρώπινη) σε ένα Πρόσωπο (Θεός Λόγος). Η πραγματική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού στο ένα Πρόσωπο του Θεού Λόγου ονομάζεται «Υποστατική Ένωση», και εξαιτίας αυτής της ένωσης ο Χριστός ονομάζεται «Θεάνθρωπος». Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: αν το «κατεικόνα» εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, τότε πως είναι δυνατό, να το προσέλαβε ο Θεός Λόγος κατά την ενανθρώπησή Του, αφού ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο πρόσωπο;

Καταρχάς, πρέπει, να διευκρινίσουμε, ότι όσον αφορά τη θεολογική ερμηνεία των όρων «κατεικόνα» και «καθομοίωσιν», δεν υπάρχει μόνο μία Πατερική ερμηνεία, αλλά πολλές. Έτσι, στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας συναντάμε συχνά διαφορετικές ερμηνείες των όρων αυτών, ενώ δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ο ίδιος Πατέρας, να χρησιμοποιείανάλογα με τις ανάγκες των πιστών και τις ποιμαντικές περιστάσεις, που καλείται, να αντιμετωπίσειστα συγγράμματά του περισσότερες από μία σχετικές ερμηνείεςΚάποιες από τις ερμηνείες αυτές εξαρτούν το «κατεικόνα» από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης. Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται, για παράδειγμα, η σχετική ερμηνεία του Μεγάλου Αθανασίου στο έργο του «Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου ερμηνεύει το «κατεικόνα» ως τη δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης, να μετέχει στο Θεό, και να προσοικειώνεται τις φυσικές Του ιδιότητες. Παρομοιάζει, μάλιστα, ο Μέγας Αθανάσιος τη δυνατότητα αυτή με την ικανότητα του καθρέπτηκάτοπτρον»), να μετέχει στο ηλιακό φως, και να το ακτινοβολείΚάποιες άλλες, όμως, ερμηνείες εξαρτούν το «κατεικόνα» από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται, για παράδειγμα, η σχετική ερμηνεία του γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ στο έργο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», όπου ερμηνεύει το «κατεικόνα» ως τη δυνατότητα του ανθρώπου, να «υπάρχει» ως ΠρόσωποΥποστατικόν Είναι»), σύμφωνα με το «ερωτικό» πρότυπο ζωής των Προσώπων της Αγίας Τριάδας.

Τι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση; Συμβαίνει, κατά τη γνώμη μας, το εξής: οι θεολογικοί όροι «κατεικόνα» και «καθομοίωσιν», που συναντάμε στην αγιογραφική διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου στο Γεν. 1, 16, αναφέρονται στην ανθρώπινη ύπαρξη ως μία «ενιαία» ψυχοσωματική και προσωπική οντότητα. Για πρακτικούς (τεχνικούς), όμως, λόγους (δηλαδή, για να εκφράσουν με απλούστερο τρόπο την έννοιά τους, και, έτσι, να μας βοηθήσουν να τους κατανοήσουμε) οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν επιχειρούν, να ερμηνεύσουν τους όρους αυτούς, άλλες φορές τους παρουσιάζουν ως εξαρτώμενους από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, ενώ άλλες φορές τους παρουσιάζουν ως εξαρτώμενους από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Συνεπώς, το γεγονός, ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή του ανθρώπινο πρόσωπο, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι δεν προσέλαβε το «κατεικόνα», τόσο ως θεμελιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, όσο και ως απόδειξη της τελειότητας (πληρότητας) της ανθρώπινης ύπαρξης του Χριστού, αφού το «κατεικόνα», στην πραγματικότητα, δεν εξαρτάται μόνο από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, αλλά από την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολό της (εννοούμενη ως ενιαία ψυχοσωματική και προσωπική οντότητα). Έτσι, στην περίπτωση του Κυρίου (Χριστός) –με κάθε επιφύλαξηεκτιμάμε, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη Του ήταν τέλεια (πλήρης), γιατί δεν ήταν «ανυπόστατος» (δηλαδή, χωρίς πρόσωπο), αλλάόπως πολύ επιτυχημένα υποστήριξε ο Λεόντιος Βυζάντιος– «ενυπόστατος» στο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Επειδή, λοιπόν, η ανθρώπινη ύπαρξη του Χριστού είχε Πρόσωπο (Θείο, όμως, και όχι ανθρώπινο) ο Χριστός υπήρχε ως τέλειος άνθρωπος (δηλαδή, μία ενιαία ψυχοσωματική και Προσωπική οντότητα). Συνεπώς, ο Χριστός, ως τέλειος ανθρωπος, μετείχε σε όλες τις υπαρκτικές διαστάσεις και του «κατεικόνα», και του «καθομοίωσιν» (δηλαδή, ο Χριστός, ως άνθρωπος, κατείχε «εξ άκρας συλλήψεως» σε τέλειο και απόλυτο βαθμό, τόσο την Πατερική έννοια της «Θέωσης», όσο και όλες τις υπαρκτικές διαστάσεις του «κατεικόνα» και του «καθομοίωσιν», που περιγράφονται από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας στις διάφορες ερμηνείες των όρων αυτών).»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Είναι αρκετά δυσνόητος και ασαφής ο κύριος Μπερκουτάκης. Θα ήθελα πρώτα να πρατηρήσω ότι δέχεται ότι ορισμένοι Πατέρες συνδέουν το κατ᾽εικόνα με την φύση και μας αναφέρει ποιοί. Είναι εύκολο γιατί υπάρχουν πολλοί Πατέρες που το ισχυρίζονται. Θα ήθελα να διευκρινήσω στο θέμα αυτό ότι το κατ᾽εικόνα αναφέρεται στην φύση που κινείται προς τον Θεόν και όχι στο παρά φύσιν. Επειδή ο κύριος Μπερκουτάρης δεν έχει ασχοληθεί με Πατέρες δεν ξέρει τι σημαίνει κατά φύσιν, παρά φύσιν και γνωμικό ή φυσικό θέλημα. Αυτά όμως τα εξηγήσαμε σε προηγούμενους διαλόγους μας. Ο κύριος Μπερκουτάκης ισχυρίζεται ότι ορισμένοι Πατέρες συνδέουν το κατ᾽εικόνα μόνο με το πρόσωπο. Δεν μας αναφέρει όμως ποιοί Πατέρες το κάνουν αυτό. Η μόνη του αναφορά είναι στον π. Σωφρόνιο του Εσσεξ. Αλλά ξέχασε ο κύριος Μπερκουτάκης να μας πει ότι ο Σωφρόνιος του Εσσεξ δεν είναι Πατέρας της Εκκλησίας. Ούτε καν άγιος. Γιατί λοιπόν αυτή η εμμονή στον Σωφρόνιο; Μοιάζει με τους δυτικούς που σαν Πατέρες μας αναφέρουν μόνο τον Αυγουστίνο. Είδαμε ότι η θεολογική γλώσσα του Σωφρονίου δεν είναι και τόσο σαφής. Μας λέει λοιπόν: Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται, για παράδειγμα, η σχετική ερμηνεία του γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ στο έργο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», όπου ερμηνεύει το «κατεικόνα» ως τη δυνατότητα του ανθρώπου, να «υπάρχει» ως ΠρόσωποΥποστατικόν Είναι»), σύμφωνα με το «ερωτικό» πρότυπο ζωής των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Και ερωτώ τον κύριον Μπερκουτάκη. Ποιός Πατέρας της εκκλησίας είπε ποτέ με ελληνικές λέξεις κάτι παρόμοιο; Ποιός Πατέρας της εκκλησίας ισχυρίζεται επίσης ότι ο άνθρωπος ουδέποτε εκτίσθη κατ εικόνα Θεού. Του εδόθη απλώς η δυνατότητα, αν το επέλεγε και ο ίδιος, να γίνει κατ εικόνα Θεού, δυνατότητα βεβαίως που θα μπορούσε κάλλιστα και να αποτύχει. Επομένως είναι πρόβλημα αν υπάρχουν έστω και ελάχιστοι ανθρωποι που επέτυχαν να γίνουν κατ᾽εικόνα!!!

Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει φύση ανυπόστατος. Συμφωνώ απόλυτα. Αλλά όταν λέμε αυτό δεν συγχέουμε τα υποστατικά ιδιώματα με τα φυσικά. Ούτε βέβαια ισχυριζόμεθα ότι τα υποστατικά και φυσικά ιδιώματα είναι τεχνιτά για να μπορέσουμε να καταλάβουμε το μυστήριο του Θεού και του ανθρώπου. Ξέρουμε ότι η ελευθερία (αυτεξούσιο), η θέληση, η ενέργεια γενικά, είναι φυσικά και δεν είναι υποστατικά. Το πρόσωπο έχει δύο επιλογές ή να ακολουθήσει την φύση του και να χρησιμοποιήσει φυσικά την ενέργεια, ή να την ιδιοπιοιηθεί και να χρησιμοποιήσει γνωμικά (με γνωμικό θέλημα) όλη την ενέργεια της φύσεως (θέληση αυτεξούσιο …) Αυτό αντιπροσωπεύει την αλήθεια και δεν είναι ένας τεχνιτός τρόπος που βρήκαν οι στοχαστές για να αναλύσουν τον Θεό και τον άνθρωπο. Έτσι όταν λέμε ότι η φύση του ανθρώπου με το φυσικό της θέλημα και ελευθερία ακολουθεί τον Θεό δεν εννοούμε ότι το πρόσωπο αποκλείεται. Το πρόσωπο απλώς ακολουθεί την φύση του, την φύση που του δώρησε ο Θεός και δεν την ιδιοποιείται, γνωμικά. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι τεχνιτός. Στην θεολογία κύριε Μπερκουτάκη δεν κάνουμε οντολογία δηλαδή φιλοσοφία. Ο όρος οντολογία είναι φιλοσοφικός τεχνιτός όχι πραγματικός. Για οντολογία μας μιλάει ο π. Σωφρόνιος αλλά όχι οι Πατέρες. Οι Πατέρες δεν κάνουν φιλοσοφία και δεν μπερδεύουν τα υποστατικά ιδιώματα με τα φύσικά, ισχυριζόμενοι ότι βασίζονται, όπως ο Σωφρόνιος, στον ερωτικό τρόπο υπάρξεως της Αγίας Τριάδος που το κάθε πρόσωπο χρησιμοποιεί προσωπική ελευθερία, θέληση και ενέργεια. Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν φυσικά θελήματα αλλά όχι γνωμικά.

Όλοι οι αιρετικοί του παρελθόντος μπέρδευαν τα υποστατικά με τα φυσικά ιδώματα, ισχυριζόμενοι ότι αφού πρόσωπο φύση ανήκουν στην ίδια οντολογική σφαίρα (οι αιρετικοί έκαναν οντολογία, δηλαδή φιλοσοφία) τότε επειδή ένας είναι ο Λόγος κατά την ενσάρκωση, επομένως ο ένας Λόγος θα διαθἐτει μία ενέργεια, ένα αυτεξούσιο, μία θέληση, επειδή το αυτεξούσιο και γενικά η ενέργεια είναι του προσώπου και όχι της φύσεως. Ο Λόγος, απαντούσαν οι Πατέρες είναι μεν ένας, αλλά δεν έχει μία ενέργεια αλλά δύο γιατί κατά την ενσάρκωση προσέλαβε ανθρώπινη φύση και διαθέτει ανθρώπινη και συνάμα, σαν Θεός, θεϊκή ενέργεια. Ένας ο Λόγος που ενεργεί με δύο θέλησεις, αυτεξούσια και ενέργειες.

Το ίδιο σκεπτικό του Σωφρονίου ακολούθησε και ο Νεστόριος λέγοντας. Ουκ έστιν φύσις ανυπόστατος. Ο Όρος φύση συνεπάγεται και το πρόσωπο. Επομένως αν η εικόνα ανήκει στην οντολογική κατηγορία του προσώπου τότε αναγκαστικά ο Χριστός με το να προσλάβει φύση προσλαμβάνει και πρόσωπο. Γιατί τότε ο Νεστόριος καταδικάσθηκε;

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ετέρα ερώτηση και απάντηση που δέχομαι απολύτως

 ΕΡΩΤΗΣΗ 8η: “Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στην Πατερική Θεολογία οι όροι: «Πρόσωπο» και «Άτομο» ταυτίζονται, και ότι η κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας ορίζετε μόνο ως κοινωνία Φύσεως και Ενεργειών, και όχι ως «σχέση του εγώ με το συ». Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;

 Όσον αφορά το ζήτημα της διάκρισης του «Υποστατικού Είναι» (δηλαδή, του «ερωτικού» τρόπου με τον οποίο υπάρχει το Πρόσωπο, τόσο στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, όσο και στην κτιστή ανθρώπινη ύπαρξη, που έφτασε στη Θέωση) από το «Ατομικό Είναι» (δηλαδή, του εγωιστικό και ατομοκεντρικό τρόπο ύπαρξης του ανθρώπινου προσώπου μετά από το προπατορικό αμάρτημα), καθώς και το ζήτημα του ορισμού της κοινωνίας, τόσο των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, όσο και των προσώπων της ανθρώπινης φύσης, ως «σχέση του εγώ με το συ» (δηλαδή, ως κοινωνία Προσώπων, που υπάρχουν ενωμένα με σχέσεις τέλειας και απόλυτης αγάπης, χωρίς, φυσικά, αυτό να αναιρεί την υπαρκτική τους κοινωνία στην κοινή τους Φύση και τις Ενέργειές της, που αναμφίβολα υπάρχει), παραπέμπουμε το καλοπροαίρετο φίλο αναγνώστη στο έργο του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί» (Κεφ. ΙΓ΄ «Περί της Υποστατικής αρχής εν τω Θείω είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι» σελ. 293-347 εκδ. 1992), όπου και θα βρει τις αυθεντικές απαντήσεις των ανωτέρω ζητημάτων. Εμείς περιορίζουμε το έργο μας στην αντιγραφή κάποιων αποσπασμάτων, που, κατά την κρίση μας, θα τον βοηθήσουν, να κατανοήσει τα εν λόγω ζητήματα:

α) Όσον αφορά τη διάκριση ανάμεσα στο «Υποστατικό Είναι» και το «Ατομικό Είναι», ο Γέρων Σωφρόνιος αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:

  • «…Όταν ο Ίδιος ο Θεός προσεύχεται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς ΠρόσωπονΕν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις.Φερόμενοι Πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχή του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμαΑνατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλεν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα, τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων, τον Θεόν της αγάπης, τον μόνον αληθινόν…». (σελ 301)
  • «…Ότε όμως, κατά την άνωθεν δωρεάν, εδόθη εις εμέ να εννοήσω την οντολογικήν θέσιν της αρχής της Υποστάσεως εν τω Θείω Είναι, τότε κατά τρόπον φυσικόν το παν ήλλαξε και παρουσιάσθη εν αντιθέτω προοπτικήΚαλούμαι δια της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσίν μου προς τον Θεόν,να γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήσει την θείαν μορφήν υπάρξεως…» (σελ. 302)
  • «…Ο Κύριος εδωρήσατο εις ημάς το φως της αποκαλύψεως της Υποστάσεως,ημείς όμως εγεννήθημεν και αφέθημεν να ζώμεν εντός της αμόρφου μάζης των ατόμων, ίδιον των οποίων είναι ο εγωισμός και η φιλαυτία. Εις το πρόσωπονυπόστασις όμως εδόθη να περιβάλλει πάσαν την κτίσην δια της φλογός της αγάπης του ΧριστούΟ σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθόλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσειςΗ κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτηςΗ μαζοποίησις των ατόμων είναι κατουσίαν κατάστασις της πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις αποξένωσιν από του Θεού: ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο, η σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και το φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού, μετιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδας». (σελ. 314)

β) Όσον αφορά, τέλος, την «ως σχέση» οριζόμενη κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, ο Γέρων Σωφρόνιος αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:

  • «…Η Υπόστασις είναι Εκείνος, Όστις μόνον και όντως ζη. Έξω της ζώσης ταύτης Αρχής ουδέν δύναται να υπάρχει: «Εν Αυτώ ζωή ήν και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιωαν. α΄, 4). Το ουσιώδες περιεχόμενον της ζωής ταύτης είναι η αγάπη: «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8). Η υποστατική ύπαρξις έρχεται εις αυτεπίγνωσιν δια της εν αγάπη συναντήσεως μετά μίας ή πολλών υποστάσεων. Επί τη βάσει της θαυμαστής ταύτης Αποκαλύψεως «Εγώ ειμί ο Ων» ζώμεν και τον «κατεικόνα και καθομοίωσιν» κτισθέντα άνθρωπον κυρίως ως υποστατικήν ύπαρξιν. Εις αυτήν ακριβώς την εν ημίν υποστατικήν αρχήν επηγγείλατο ο Κύριος την αιωνιότητα. Αύτη η αρχή, και μόνον αύτη, κατέχει την ικανότητα να γνωρίζη το αρχέτυπον αυτής, τον Ζώντα Θεόν. Ο άνθρωπος είναι έτι πλείον τι ή μικρόκοσμος. Είναι μικροθεός…».(σελ. 300)
  • «…Εν τω κόσμω τούτο η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου, ως και υπέρ ημών αυτών, συμφώνως προς την εντολήν: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Ματθ. κβ΄ 39). Οδηγούμενος ο άνθρωπος δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εις τοιαύτην προσευχήν ζη υπαρκτικώς το μυστήριον της Τριαδικής Μονάδος. Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Διαυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικό νόημα της δευτέρας εντολής. Όλος ο Αδάμ γίνεται εις άνθρωποςΑνθρωπότης. (σελ 309)
  • «…Ο Κύριος υπέδειξεν εις ημάς την οδόν προς την υπαρκτικήν κατανόησιν του Προαιωνίου Όντος: την οδόν των εντολών. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σουΑύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄ 37-40). Και ιδού, όταν κατά την άνωθεν δωρεάν δίδηται εις τον άνθρωπον να εισέλθη δια της προσευχής εις τας αυθεντικάς διαστάσεις της δευτέρας εντολής, τότε αποκαλύπτονται εις αυτόν νέοι ορίζοντες, αδιανόητοι εν τη προγενεστέρα αυτού καταστάσει. Εν τη βαθεία προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, ως και περί αυτού του ιδίου, εν τη προσευχή ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Χριστόν Ιησούν προσευχόμενον εν τω κήπω της Γεθσημανή, ο ανθρωπος ζη αληθώς όλην την ανθρωπότητα ως μίαν ζωήν, μίαν φύσιν εν τη πολλαπλότητι των υποστάσεων. Εξαυτού του είδους της γνώσεως της μυριοϋποστάτου ενότητος τελείται η μετάβασις εις την θεολογικήν αφομοίωσιν του δόγματος περί της ενότητος της Αγίας Τριάδας…».(σελ 339-340)

Συμπερασματικά, λοιπόν, από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία υφίσταται, τόσο η διάκριση «προσώπου» και «ατόμου» (ως δύο διαφορετικών τρόπων ύπαρξης), όσο και ο ορισμός της κοινωνίας των Προσώπων της Αγίας Τριάδοςαλλά και των προσώπων της ανθρώπινης φύσηςως «σχέση του εγώ με το συ» (δηλαδή, ως «ερωτική» κοινωνία ομοούσιων Προσώπων, που συνδέονται με σχέσεις τέλειας και απόλυτης αγάπης).»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Ακριβώς σ᾽αυτό το σημείο φαίνονται πια ξεκάθαρα οι αλλοτροιώσεις της πατερικής διδασκαλίας όπως επιχειτείται από τους οικουμενιστές που εκφράζονται ή δια μέσου του Μητροπολίτου Περγάμου ή δια μέσου του Σωφρονιασμού. Παρατήρησε αγαπητέ ότι δεν υπάρχουν ποτέ αναφορές σε Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά μόνο στον π. Σωφρόνιο. Θα σου πώ και το γιατί. Ποτέ σε κανένα Πατέρα της Εκκλησίας το πρόσωπο δεν ορίζεται σαν σχέση του εγώ με το εσύ. Ποτέ και πουθενά δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ ατόμου και προσώπου. Βρίσκουμε το αντίθετο μάλιστα. Πρόχειρα αναφέρω τον Μάξιμο τον ομολογητή αλλά υπάρχουν πάμπολλα χωρία Πατέρων: Ὑπόστασις καί πρόσωπον ταυτόν (άνω τελεία) γάρ μερικόν τε καί ἲδιον, ὡς αφ᾽ἐαυτῶν τήν περιγραφήν, αλλ᾽οὐκ ἐν πλείοσι τήν κατηγορίαν φυσικῶς κεκτημένα [12] Αν υπάρχουν χωρία Πατέρων που με ελληνικές λέξεις ισχυρίζονται ότι το πρόσωπο ορίζεται σαν σχέση του εγώ με το εσύ και ότι το πρόσωπο βρίσκεται σε σχέση και κοινωνία, ενώ το άτομο είναι τελείως απομονωμένο και κλειστό στον εαυτό του, τότε θα ζητήσω συγνώμη σε όλους αυτούς που το ισχυρίζονται και θα προσπαθήσω κι᾽εγώ να απαλλαγώ από την αναγκαιότητα της φύσεως που με θέλει να είμαι άνθρωπος, να είμαι άντρας, να έχω ελευθέρα θέληση και να γίνω πρόσωπο με προσωπική ελευθερία για να βρεθώ σε αμοιβαία, και όχι φυσική δηλαδή αναγκαστική, αγαπητική κοινωνία και σχέση!!!

Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σου στο ακόλουθο. Όταν παλιά προ του Σωφρονιασμού ένας μοναχός ερχότανε σε ένα γέροντα για να τον οδηγήσει, ο γεροντας εξηγούσε στον μοναχό: Υπάρχει το φυσικό και το γνωμικό θέλημα. Δεν μπορεί ποτέ ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί γνωμικό θέλημα να κοινωνήσει με τον Θεό. Η Αγία Τριάς διαθέτει μεν τρία πρόσωπα, αλλά ο Πατήρ δεν αγαπά τον Υιό καθό Πατήρ, αλλά καθό Θεός και επειδή ο Θεός είναι ένας κατά συνέπεια η αγάπη είναι μία. Η   αγάπη λοιπόν δεν είναι ιδίωμα του προσώπου αλλά της φύσεως. Επομένως αν θέλεις να γίνεις σαν τον Θεό και να αγαπήσεις σαν και αυτόν πρώτα θα πρέπει να κάνεις έναν ασκητικό αγώνα για να καταργήσεις το γνωμικό σου θέλημα. Να μην θέλεις σαν πρόσωπο, αλλά σαν Χριστός. Να μην αγαπάς σαν πρόσωπο που ζητά αμοιβαιότητα, αλλά σαν τον Χριστό ο οποίος προσέλαβε ανθρωπίνη φύση και έχει ανθρωπίνη αγάπη, ελευθερία θέληση την ίδια την φυσική που θα αποκτήσεις και εσύ με τον ασκητικό σου αγώνα. Και ο μοναχός έκανε άσκηση και προσπαθούσε να καταργήσει το γνωμικό του θέλημα. Προσπαθούσε να εναποθέσει το γνωμικό του θέλημα στα πόδια του Χριστού. Με τον Σωφρονιασμό έχουμε μιά άλλη διαδικασία. Ο μοναχός προσπαθεί να καταργήσει την αναγκαιότητα της φύσεως και να αγαπήσει σαν πρόσωπο, καθό Πέτρος και Παύλος και όχι καθό άνθρωπος. Δεν του αρέσει η φύση του όπως ο Θεός την δώρησε ελευθέρα και αυθόρμητη, την αισθάνεται σαν μία αναγκαιότητα και προσπαθεί να γίνει πρόσωπο να ταυτιστεί δηλαδή με αυτό που ο Σωφρόνιος ονομάζει Υποστατική αρχή και κατ´εικόνα που είναι μόνο το πρόσωπο. Ο αγώνας γίνεται για να μπορέσει να γίνει από άτομο (κλειστό υποκείμενο σε μια φύση) πρόσωπο (αν καταφέρει ποτέ και γίνει) και τότε θα καταλάβει τί σημαίνει φύση. Μια ιστορική φανέρωση διαφορετικών προσώπων που το καθένα αγαπά υποστατικά και θέλει υποστατικά. Κατ᾽αυτόν τον τρόπο θα καταλάβει τί σημαίνει Τριάς για τον Σωφρόνιο: Μιά Υποστατική αρχή που είναι το πρόσωπο και η φύση δεν είναι τίποτε αλλό εκτός από την ομοείδια των υποστάσεων που δημιουργεί το ιστορικό γεγονός φανέρωσης. Ένας μοντέρνος λοιπόν ασκητισμός στους αντίποδες του ασκητισμού των παλαιών Πατέρων. Μόνο μέσα σ᾽αυτό το πλαίσιο θα καταλάβουμε γιατί ο π.Σωφρόνιος δημιούργησε δικό του μοναχισμό, δικές του μοναστικές κοινότητες μικτές από άνδρες και γυναίκες, που όλοι προσπαθούσαν να γίνουν πρόσωπα και να απαλλαγούν από την αναγκαιότητα της φύσεως, από την ίδια την αναγκαιότητα που σε θέλει άνδρα ή γυναίκα. Στην πραγματικότητα η υποστατική αρχή ξεπερνά κάθε αναγκαιότητα ακόμη και αυτή της πίστεως. Αυτός που γίνεται πρόσωπο και βρίσκεται σε αγαπητική κοινωνία και σχέση μπορεί όχι μόνο να αλλάζει τους ιερούς κανόνες των αγίων αλλά και να συμπροσεύχεται με παπικούς και προστεστάντες, όπως έκανε ο π. Σωφρόνιος!!! Όλο αυτό θεωρείται ένα νέο γεγονός προφητικής φανέρωσης της εκκλησίας με νέους αγίους που καταργούν τις διαιρέσεις των χριστιανών!!! Αυτός είναι ο λόγος που και παπικά μοναστήρια ακολούθησαν τις οδηγίες του Σωφρονίου και δημιούργησαν μικτά μοναστήρια και στα ίδια παπικά μοναστήρια ο π. Σωφόνιος θεωρείται μεγάλος άγιος. Έχουν μάλιστα δημιουργήσει και λατρευτικές εικόνες. Νέες προφητικές φωνές της ορθοδοξίας με οικουμενικό κύρος!!! Ο οικουμενισμός προϋποθέτει και νέες προφητικές φωνές, όπως αυτή του π. Σωφρονίου!!!

 

ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Μου αρέσει πολύ η 9 ερώτηση. Συμφωνώ απόλυτα με τον κύριο Μπερκουτάκη

 «ΕΡΩΤΗΣΗ 9η: Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι «ακοινώνητες διακρίσεις», και, συνεπώς, στην Αγία Τριάδα «δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος». Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;

 Πράγματι, ορισμένοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι η κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι μόνο κοινωνία Φύσεως και Ενεργειών, και όχι κοινωνία Προσώπων, τα Οποία, κατά τη γνώμη τους, αποτελούν «ακοινώνητες διακρίσεις». Λένε, μάλιστα, ότι στην Αγία Τριάδα η αγάπη υπάρχει μόνο ως «αμέριστη» φυσική ενέργεια της Θείας Ουσίας, και όχι ως αγαπητική κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, γιατί αν η αγάπη υπήρχε ως αγαπητική κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, τότε θα έπρεπε, να δεχθούμε, ότι «μερίζεται» και «διασπάται» στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας (πράγμα άτοπο). Έτσι, καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος.

Στα ανωτέρω, θα θέλαμε, να παρατηρήσουμε, εν συντομία, τα εξής:

α) Στην Αγία Τριάδα δεν είναι «ακοινώνητες διακρίσεις» τα Πρόσωπα, αλλά τα Υποστατικά τους Ιδιώματα. Πιο απλά, τα Πρόσωπα τις Αγίας Τριάδας έχουν τα πάντα κοινά (Ουσία, Φυσικές Ενέργειες, Θέλημα) εκτός από το Υποστατικά τους Ιδιώματα, γιατί αυτά είναι, που τα διακρίνουν μεταξύ τους, και κάνουν τον Πατέρα, τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα, να υπάρχουν ως απόλυτες Προσωπικές ετερότητες, που υποστασιάζουν με οντολογική ελευθερία (δηλαδή, με ελευθερία, που εκφράζεται, όχι ως επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά ως αυτοπροσδιορισμός του Όντος) τη Θεία Φύση. Είναι, συνεπώς, τραγικό λάθος, το να χαρακτηρίζονται τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως «ακοινώνητες διακρίσεις» (δηλαδή, ως Πρόσωπα, που αδυνατούν, να έρθουν σε αγαπητική σχέση και κοινωνία).

β) Η αγάπηόπως και όλες, γενικά, οι φυσικές ιδιότητες της Θείας Ουσίαςδεν «μερίζονται», και δεν «διασπώνται» στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, γιατί η Θεία Ουσία και οι Φυσικές Της Ενέργειες ανήκουν ολόκληρες ταυτόχρονα και στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Πιο απλά, όπως αναφέραμε σε προηγούμενη ερώτηση (ερ. 5 παρ. 3/γ΄) κάθε Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας είναι φορέας ολόκληρης της Θείας Ουσίας, και συγχρόνως είναι από μόνο Του όλος ο Θεός. «Μερισμό» ή «διάσπαση» της αγάπηςκαι όλων, γενικά, των φυσικών ιδιοτήτων της Θείας Ουσίαςθα είχαμε μόνο, αν τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας υπήρχαν ως τρεις όμοιες, αλλά διαφορετικές μεταξύ τους, ΟυσίεςΘεότητες (όπως υποστήριζαν οι δυναμικοί μοναρχιανοί και οι μετριοπαθέστεροι εκφραστές του Αρειανισμού). Είναι, συνεπώς, τραγικό λάθος, η αντίληψη, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις αγάπης, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε «μερισμό» και «διάσπαση» των Ενεργειών της Θείας Φύσης.

γ) Η ίδια η Αγία Γραφή μαρτυρεί με σαφέστατο τρόπο την παρουσία της αγάπης, τόσο στις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδας στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού, όσο και στις σχέσεις του Τριαδικού Θεού με τους ανθρώπους, αλλά και στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσειςΑν, δηλαδή, στην Αγία Τριάδα «δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος», τότε γιατί ο Χριστός μας λέει, ότι:

  • «…Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και πάντα δέδωκε εν τη χειρί Αυτού…». (Ιωάν. 3, 35)
  • «…Δια τούτο ο Πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου…» (Ιωάν. 10, 17)
  • «…Αλλίνα γνω ο κόσμος, ότι αγαπώ τον Πατέρα…» (Ιωάν. 14, 31)
  • «…Καθώς ηγάπησέ με ο Πατήρ, καγώ ηγάπησα ημάς…» (Ιωάν. 15, 9)
  • «…Πάτερηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου…» (Ιωάν. 17, 24)
  • «…Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα ημάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους…» (Ιωάν. 13, 34)
  • «…Ο έχων τας εντολάς Μου, και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός Μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν, και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν…» (Ιωάν. 14, 21)
  • «…αγαπάτε τους εχθρούς ημών…» (Ματθ. 5, 44Λουκ. 6, 27)
  • «…εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις…» (Ιωάν. 13, 35)

Και αν, τελικά, η «εν Προσώπω» αγαπητική κοινωνία δεν αποτελεί το σπουδαιότερο γνώρισμα της ζωής του Θεού στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, και το βασικότερο στοιχείο του «κατεικόνα» και του «καθομοίωσιν», τότε γιατί μας δόθηκε ως «…πρώτη και μεγάλη εντολή…» αυτή της αγάπης προς το Θεό, και ως «…δευτέρα ομοία αυτή…» η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον; Και γιατί ο Χριστός, για να μας δείξει το μέγεθος της αξίας αυτών των δύο εντολών, μας είπε, ότι «…εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο Νόμος και οι Προφήται κρέμανται…» (πρβ. Ματθ. 22, 37-40);»

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Ο κύριος Μπερκουτάκης ισχυρίζεται: Στην Αγία Τριάδα δεν είναι «ακοινώνητες διακρίσεις» τα Πρόσωπα, αλλά τα Υποστατικά τους Ιδιώματα. Πιο απλά, τα Πρόσωπα τις Αγίας Τριάδας έχουν τα πάντα κοινά (Ουσία, Φυσικές Ενέργειες, Θέλημα) εκτός από το Υποστατικά τους Ιδιώματα, γιατί αυτά είναι, που τα διακρίνουν μεταξύ τους, και κάνουν τον Πατέρα, τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα, να υπάρχουν ως απόλυτες Προσωπικές ετερότητες, και μέχρι εδώ δεν υπάρχει καμμία διαφωνία. Πολύ σωστή τοποθέτηση. Συνεχίζοντας και μιλώντας για οντολογικές και προσωπικές ελευθερίες παίρνει, όπως όλοι οι αιρετικοί, την ελευθερία που ανήκει στην φύση του Τριαδικού Θεού και την μεταφέρει στο πρόσωπο (ιδιαίτερα ο Μητροπολίτης Περγάμου την μεταφέρει στο πρόσωπο του Πατρός). Το ίδιο κάνει και με την αγάπη. Η αγάπη είναι ενέργεια. Παίρνει την φυσική ενέργεια που είναι η αγάπη και την μεταφέρει στα πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος. Έτσι οι τρείς της Τριάδος δεν έχουν μία ελευθερία την φυσική, μία φυσική αγάπη αλλά βρίσκονται σε αμοιβαίες ερωτικές σχέσεις. Με άλλα λόγια ο Πατήρ αγαπάει, θέλει καθό Πατήρ, ο Υιός απαντάει καθό Υιός και το Πνεύμα το Άγιο, καθό Πνεύμα Άγιον. Αμοιβαιότης της αγάπης (ερών και ερώμενος). Τώρα αν κοιτάξουμε τους Πατέρες θα δούμε ότι ισχυρίζονται άλλα πράγματα διαφορετικά από τον κύριο Μπερκουτάκη. Ο Θεός των όλων και Πατέρας θέλει καθό Πατήρ ή καθό Θεός. Αλλά αν θέλει καθό Πατήρ άλλο θα είναι το θέλημά του από τον Υιό. Γιατί ο Υιός δεν είναι Πατέρας. Αν όμως θέλει καθό Θεός, Θεός είναι και ο Υιός Θεός και το Πνεύμα το Άγιο. Άρα το θέλημα είναι χαρακτηριστικό φύσεως, δηλαδή φυσικό [13]

 

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Είναι σημαντικό το θέμα και θα ήθελα να καταλάβω καλύτερα. Ξεχωρίζεις τα πρόσωπα από τις υποστατικές διακρίσεις, γιατί πολλές φορές δεν είσαι τόσο σαφής. Ισχυρίζεσαι ότι τα πρόσωπα είναι τρόποι υπάρξεως της φύσεως και ακοινώνητες διακρίσεις μέσα στην κοινή φύση και μετά ισχυρίζεσαι ότι άλλο είναι το πρόσωπο και άλλο οι ακοινώνητες διακρίσεις;

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Στην πραγματικότητα αγαπητέ μου το πρόσωπο είναι και κάτι πιο βαθύ από τα υποστατικά ιδιώματα. Δεν εξαντλείται μόνο στα υποστατικά ιδιώματα. Δια μέσου των υποστατικών ιδιωμάτων παρουσιάζεται το χαρακτηριστικό των προσώπων που η πίστη έχει παραδώσει και το καθένα γίνεται αντιληπτό διακεκριμένα εξ᾽αιτίας των ιδιαιτέρων γνωρισμάτων. Μπορούμε να πούμε ότι ο Πατήρ είναι διάκριση από τον Υιό και το Πνεύμα και μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι τα πρόσωπα είναι ακοινώνητες διακρίσεις που υπάρχουν μέσα στην κοινή φύση, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν εννοούμε ότι το πρόσωπο δεν έχει ένα βάθος που δεν μπορούμε να το ορίσουμε επ᾽ακριβώς ούτε σαν υποστατικό ιδίωμα, αλλά ούτε και σαν σχέση του εγώ με το εσύ, γιατί και οι δύο ορισμοί δεν είναι αρκετοί για να ορίσουν ένα μυστήριο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει ένα πρόσωπο χωρίς τα υποστατικά ιδιώματα που το χαρακτηρίζουν, αλλά δεν το ορίζουν. Να σου δώσω και ένα άλλο παράδειγμα για να το καταλάβεις καλύτερα. Μιλαμε για ενέργειες της θείας φύσεως και σωστά τις ονομάζουμε φυσικές ενέργειες. Όταν μετέχουμε στις φυσικές ενέργειες της θείας φύσεως γινόμαστε κοινωνοί της θείας φύσεως. Δεν είναι λανθασμένη η έκφραση. Αυτό όμως σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι μετέχουμε όλης της φύσεως του Θεού και γινόμαστε ομοούσιοι με αυτόν. Μετέχουμε στην φυσική ενέργεια του Θεού. Η θεϊκή φύση έχει ένα βάθος, μια κρυφιότητα, στην οποίαν εμείς ποτέ δεν θα μετέχουμε, ούτε σε αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη.

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Αν είναι έτσι τότε γιατί να μην κοινωνούν τα πρόσωπα, γιατί δεν δέχεσαι κοινωνία προσώπων. Και ισχυρίζεσαι ότι η κοινωνία γίνεται μόνο δια της φύσεως και των ενεργειών αυτής;

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Γιατί αν και το πρόσωπο έχει ένα βάθος, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς τα υποστατικά ιδιώματα που το χαρακτηρίζουν. Όπως και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μία φύση χωρίς τις φυσικές ενέργειες. Μία φύση χωρίς τις φυσικές ενέργειες θεωρείται ανύπαρκτη, έτσι και ένα πρόσωπο χωρίς τα υποστατικά ιδιώματα που το χαρακτηρίζουν είναι εντελώς ανύπαρκτο. Για να κοινωνήσει ένα πρόσωπο θα πρέπει να βγάλει από πάνω του όλα τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα, πράγμα αδύνατο. Γι᾽αυτό και οι Πατέρες ισχυρίζονται και λένε. Ο Πατήρ δεν κοινωνεί με τον Υιό καθό Πατήρ αλλά καθό Θεός και επειδή Θεός είναι ο Υιός και το Πνεύμα, η κοινωνία είναι της φύσεως και των ενεργειών Αυτής. Μία φύσις, μία ενέργεια φυσική είς Θεός. Μία αγάπη, μία ελευθερία, μία θέληση. Μία και όχι δύο ή τρεις στηριζόμενοι σε μια αμοιβαιότητα.

 ΠΡΩΤΕΙΟΜΑΝΗΣ: Ετέρα ερώτηση εις την οποίαν συμφωνώ απόλυτα με τον κύριο Μπερκουτάκη και τον Σωφρόνιο του Εσσεξ .

«ΕΡΩΤΗΣΗ 11η: Ποιος είναι ο ένας Θεός: το Πρόσωπο του Θεού Πατρός ή η Ουσία του Τριαδικού Θεού;

Η απάντηση του ερωτήματος είναι δύσκολη, γιατί οι σχετικές Πατερικές αναφορές είναι σπάνιεςΑυτό οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός, ότι το θεολογικό ζήτημα της άχρονης πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας δεν τέθηκε προς διερεύνηση από τις μεγάλες αρχαίες αιρέσεις, και, κατεπέκταση, δεν απασχόλησε κεντρικά (αλλά μόνο περιφερειακά) τη θεολογική σκέψη των μεγάλων Πατέρων και τις Οικουμενικές Συνόδους. Δεν θα ήταν, πάντως, υπερβολή, να πούμε, ότι το εν λόγω ζήτημα προέκυψε, κυρίως, μέσα από τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με το φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού, στους κόλπους του οποίου αναπτύχθηκε εκτενέστατα, τόσο το θέμα της πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας, όσο και το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της ύπαρξηςείναι») και της γλωσσικής της διατύπωση.

Επειδή, λοιπόν, στη δική μας, κυρίως, εποχή μας τέθηκε το ζήτημα της πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας, θα ήταν, ίσως, καλύτερο, να αναζητήσουμε τη λύση του στη μαρτυρία των συγχρόνων Αγίων (χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίεςαν και σπάνιεςκαι στους αρχαίους Πατέρες). Γιαυτό, και στην περίπτωση αυτή, παραπέμπουμε στο έργο του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί» (Κεφ. ΙΓ΄ «Περί της Υποστατικής αρχής εν τω Θείω είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι» σελ. 293-347 εκδ. 1992).

Στο εν λόγω κεφάλαιο ο Γέρων Σωφρόνιος, όσον αφορά την άχρονη πρόταξη του Προσώπου έναντι της Θείας Ουσίας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:

  • «…Η Υπόστασις συνιστά την εσωτάτην αρχήν του Απολύτου Είναι, την αρχικήν και τελικήν αυτού διάστασιν: Εγώ Ειμί το Α και το Ω , η αρχή και το τέλος, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ….».(σελ. 296)
  • «…Η Ουσία δεν είναι το πρωτεύον ή έστω το υπερέχον εν τω Θεώ, το καθορίζον τας Υποστάσεις εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Εν τω Θείω Είναι ουδέν υπάρχει έξω της Υποστατικής Αρχής. Το βάθος του μυστηρίου των Θείων Υποστάσεων είναι ανεξερεύνητον…».(σελ. 298-299)
  • «…Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και της Ουσίας υπάρχει τελεία ταύτησις. Η Ουσία εγκλείεται εν ταις Υποστάσεσιν. Ουδεμίαν έχει ύπαρξιν κεχωρισμένην εκ των Υποστάσεων. Εν τω Θείω Είναιάκρως υποστατικώο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων, και κατουδένα τρόπω προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας…».(σελ. 317). Από τα ανωτέρω αποσπάσματα συνάγεται με σαφήνεια η πίστη του μακαριστού Γέροντος Σωφρονίου στην πρόταξη του Προσώπου έναντι της Ουσίας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Η μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου είναικατά την κρίσης μαςαπό μόνη της ικανή, να αποδείξει τον Ορθόδοξο και Πατερικό χαρακτήρα της εν λόγω διδασκαλίας, πουεκτενώς και επιτυχώςαναπτύσσεται στα έργα άλλων θεολόγων. Και λέμε, ότι είναι από μόνη της ικανή, να αποδείξει την άχρονη πρόταξη του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Θείας Ουσίας εν τη Τριάδι, γιατί είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι, ότι ο μακαριστός γέρων Σωφρόνιος, ως εκ πείρας «γνωρίζων» το υπέρλογο μυστήριο της θεολογίας, είναι και ασφαλής μάρτυρας των όσων αναφέρει, «διδάσκων (ημάς) ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς» (Ματ. 7, 29).»

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Και σε αυτό το σημείο ο Σωφρονιασμός απομακρύνεται από την πατερική Παράδοση. Ο κύριος Μπερκουτάκης ισχυρίζεται ότι οι Πατερικές αναφορές είναι σπάνιες και απευθύνεται στον π. Σωφρόνιο ο οποίος δίνει μια διαφωτιστική γι᾽αυτόν απάντηση!!! Τώρα αν αντρέξουμε στους Πατέρες θα δούμε ότι αυτές οι αναφορές δεν είναι ούτε σπάνιες ούτε λίγες. Θα τις βρούμε σε όλους τους Πατέρες. Δεν μπορώ να τις αναφέρω όλες ενδεικτικά θα αναφέρω μόνο τρεις Πατέρες για να δείξω και την διαφορά από τον Σωφρονιασμό.

Μέγας Βασίλειος: [1] Οὐσία δέ και ὑπόστασις ταύτην ἒχει την διαφοράν, ἣν ἒχει το κοινόν πρός τό καθ῾ἓκαστον, ὡς ἒχει τό ζῶον πρός τόν δεῖνα ἂνθρωπον. Δια τοῦτο οὐσίαν μέν μίαν ἐπί τῆς θεότητος ὁμολογοῦμεν, ὣστε τόν τοῦ εἶναι λόγον μή διαφόρως ἀποδιδόναι, ὑπόστασις δέ ἰδιάζουσαν, ἳν᾽ἀσυγχύτως ἡμῖν και τετρανωμένη ἡ περί Πατρός καί Ὑιοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, ἒννοια ἐνυπάρχη μή γάρ νοούντων ἡμῶν τούς αφορισμένους περί ἓκαστον χαρακτῆρας, οἶον πατρότητα καί ὑιότητα καί ἁγιασμόν, ἀλλ᾽ἐκ τῆς κοινής ἐννοίας τοῦ εἶναι ὁμολογούντων Θεόν, ἀμήχανον ὑγιῶς τόν λόγον τῆς πίστεως ἀποδίδοσθαι χρή οὖν τῶ κοινῶ τό ίδιάζον προστιθέντας, οὓτω τήν πίστιν ὁμολογεῖν: κοινόν ἡ θεότης ἲδιον ἡ πατρότης, συνάπτοντος δέ λέγειν: πιστεύω εἰς ἓναν Θεόν Πατέρα και πάλιν ἐν τῆ τοῦ Ὑιοῦ ὁμολογία τό παρπλήσιον ποιεῖν, τῶ κοινῶ συνάπτειν τό ἲδιον καί λέγειν: Πίστεύω εἰς ἓναν Θεόν Ὑιόν, ὁμοίως καί ἐπί τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου κατά τό ἀκόλουθον τῆς ἐκφωνήσεως τήν προφοράν σχηματίζοντας λέγειν: Πιστεύω εἰς τόν Θεόν Πνεῦμα τό ἃγιον. Ὤστε δ᾽ὃλου καί την ἑνότητα σώζεσθαι ἐν τῆ τῆς μιῆς θεότητος ὁμολογία και τό τῶ προσώπων ἰδιάζον ὁμολογεῖσθαι ἐν τῶ ἀφορισμῶ τῶν περί ἓκαστον νοουμένων ἰδιωμάτων[14]

Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ἠμῖν δε μοναρχία το τιμώμενον (ανω τελεια) μοναρχία δέ, οὐχ ἦν ἕν περιγρἀφει πρόσωπον (άνω τελεία) ἔστι γαρ καί τό ἕν στασιάζον πρός ἑαυτό πολλά καθίστασθαι (ανω τελεια) ἀλλ᾽ἥν φύσεως ομοτιμία συνίστησι καί γνώμης σύμποια, και ταυτότης κινήσεως, καί πρός το ἕν τῶν ἐξ αὐτοῦ σύννευσις, ὅπερ ἀμήχανον ἐπί τῆς γεννητῆς φύσεως, ὥστε κἄν αριθμῶ διαφέρη τῆ γε οὐσία μή τέμνεσθαι. Διά τοῦτο μονάς επ῾ἀρχῆς εἰς δυάδα κινηθεῖσα, μέχρι Τριάδος ἔστη… (Εμείς όμως τιμούμε την μοναρχία (της Τριάδος). Και μάλιστα την μοναρχία η οποία δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο. Διότι συμβαίνει και το ένα να επαναστατεί κατά του εαυτού του και να γίνεται πολλά. Αλλά μοναρχία την οποία πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσεως, η σύμποια της γνώμης, η ταυτότης της κινήσεως και η συμφωνία με το ένα πρόσωπο πράγμα που δεν επιτυγχάνεται στην κτιστή φύση. Ώστε και αν ακόμη υπάρχει διαφορά εις τον αριθμό, όμως η ουσία δεν τεμαχίζεται. Διότι ενώ είναι μονάς εν τῆ αρχικῆ ουσία επροχώρησε εις δυάδα και έμεινε εις την Τριάδα…) [15]

Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιερουσολύμων. Διδάσκαλος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: έστιν ουν μετά το είναι Θεός, Πατήρ ο Πατήρ, και ούτε Υιός, ούτε Πνεύμα Άγιον, αλλ᾽όπερ ο Υιός κατ᾽ουσίαν εστι,καί κατά φύσιν το Πνευμα τυγχάνει τό άγιον. Και έστι μετά το είναι Θεός, Υιός ο Υιός, και ουτε Πaτήρ, ούτε Πνευμα Πανάγιον, αλλ᾽όπερ ο Πατήρ κατα φύσιν κηρύττεται, και ὃ κατ᾽ουσίαν το Πνευμα καθοραται το άγιον. Και έστι μετά το είναι Θεός, Πνεύμα άγιον το Πνεύμα το άγιον και ούτε Πατήρ θεωρούμενον, ούτε Υιός λαμβανόμενον, αλλ᾽όπερ ο Πατήρ κατ᾽ ουσίαν πεπίστευται, και όπερ ο Υιός κατά φύσιν αγγέλλεται.[16]

Ο Κύριος Μπερκουτάκης εν κατακλείδι ισχυρίζεται: Από τα ανωτέρω αποσπάσματα συνάγεται με σαφήνεια η πίστη του μακαριστού Γέροντος Σωφρονίου στην πρόταξη του Προσώπου έναντι της Ουσίας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Η μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου είναικατά την κρίσης μαςαπό μόνη της ικανή, να αποδείξει τον Ορθόδοξο και Πατερικό χαρακτήρα της εν λόγω διδασκαλίας, πουεκτενώς και επιτυχώςαναπτύσσεται στα έργα άλλων θεολόγων. Και λέμε, ότι είναι από μόνη της ικανή, να αποδείξει την άχρονη πρόταξη του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Θείας Ουσίας εν τη Τριάδι, γιατί είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι, ότι ο μακαριστός γέρων Σωφρόνιος, ως εκ πείρας «γνωρίζων» το υπέρλογο μυστήριο της θεολογίας, είναι και ασφαλής μάρτυρας των όσων αναφέρει, «διδάσκων (ημάς) ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς» (Ματ. 7, 29).» Και ερωτώ ποιός είναι α-σφαλής ο Σωφρόνιος ή οι Πατέρες της Εκκλησίας; Εδώ έχουμε έναν προτεινόμενο άγιο από πολλούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι εκ πείρας γνωρίζει τα του Θεού. Περίπτωση Σωφρονίου. Από την άλλη μεριά έχουμε τους Πατέρες οι οποίοι ισχυρίζονται ξεκάθαρα τα αντίθετα. Οι Πατέρες λοιπόν δεν είχαν μετοχή εις την Άκτιστον του Θεού Ενέργεια, δεν υπήρξαν ποτέ θεωμένοι και θεοφθόγγοι κηρυκες της αληθείας; Δύο είναι οι λύσεις ή θα δεχθούμε τον Σωφρόνιο του Εσσεξ, αυτόν που έδωσε συμμαρτυρία για να γίνει επίσκοπος ο Ιωάννης Ζηζιούλιας και που συμπροσευχότανε με τους παπικούς και προτεστάντες, ή θα δεχθούμε τους Πατέρες και δεν θα διαβάζουμε πιά τα γραπτά του Σωφρονίου τα οποία μας οδηγούν σε λάθος δρόμο.

Θα περίμενα να ακούσω και την γνώμη όλων αυτών των παραδοσιακών ορθοδόξων επισκόπων και θεολόγων που πρότειναν την αγιοποίηση του Σωφρονίου.

 

 

[1] Δογματική και συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας του Ιωάννου Ρωμανίδου Τόμος Α´σσ. 184- 185

[2] Mansi 13,196D, 377E

[3] Mansi 13, 345D

[4] Mansi 13, 353 A (όρος συνόδου Ιερείας κατά εικόνων, 154)

[5] Πρβλ. Mansi 13, 292 DE και 296B-E. Παραλλήλους χρήσεις στον Άγιο Επιφάνιο Κωσταντίας Κύπρου βλ. PG 41 373-376 A και Holl De schriften des Epiphanius gegen diee BildervereHrung, Ges, Auf zur Kirchengeschichichte Vol 2 1928 , σσ 351-387

[6] βλέπε πλήρες κείμενο στο H Hennephof, Textus Byzantini ad Iconomachiam Perinentes Leiden 1969, σσ 44-51

[7] Βλ. Μεγάλου Αθανασίου, Περί τῶν έν Αριμίνω καί Σελευκεία Συνόδων, 43

[8] Τους α-σφαλείς και θεοφθόγγους κήρυκας την κορυφήν των διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εις απόλαυσιν των αγαθών σου και ανάπαυσιν… Κοντάκιον Κυριακής των Πατέρων

[9] Βλέπε Παλαμά Τριάδες 2, 3, 41. Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 2,1,, 3 . Προς διονύσιον 5,20

[10] Δεύτερη Τριάδα 24

[11] Γρηγόριος Θεολόγος Λόγος ΚΘ´Πατερικαι εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς 4 σελίδα 119

[12] Κεφαλαια Θεολογικά και πολεμικά. Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς τόμος 15 Α σς 156

[13] Ιωάννης Δαμασκηνός Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Πατερικαι εκδόσεις Γρηγοριος Παλαμας εκδοσις Πουρναρα σς 266

[14] . Μέγας Βασίλειος Επιστολή 236,6. PG 32,884

[15] Λόγος ΚΘ´Πατερικαί Ενδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς τόμος 4 σς 106

[16] EPISTULA   SYNODICA. Sophronius of Jerusalem and Seventh-Century Heresy.The Synodical Letter and Other Documents. Edited by Pauline Allen. Oxford Early Christian Texts. Σελίδα 82 παράγραφος 2.2.6

 

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google+ photo

Stai commentando usando il tuo account Google+. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...